Τρίτη, 9 Ιανουαρίου 2018

ΚΥΚΝΟΣ (Το Μορφοβάπορο)




    Τον περσινό  Μάρτη  συμπληρώθηκαν ακριβώς σαράντα (40) χρόνια  (1977-2017) από τότε που εντάχθηκα στο έμψυχο δυναμικό της αρχαιότερης εφημερίδας του νησιού μας ( 1932) του «Πανεβοϊκού Βήματος».
     Όλα αυτά τα χρόνια έγραψα εκατοντάδες ρεπορτάζ που αφορούσαν τα προβλήματα και κυρίως την Πολιτιστική Κληρονομιά όχι μόνο της Λίμνης αλλά ολόκληρου του νησιού. Από εκείνα λοιπόν τα ρεπορτάζ έτσι για την ιστορία θα αρχίζω σιγά – σιγά να τα ξαναδημοσιεύω μέσα από το Blog, ξεκινώντας με το θρυλικό ποστάλι τον «Κύκνο» που δημοσιεύτηκε στις 30/6/2005.
  

 Κ Υ Κ Ν Ο Σ
«Το Μορφοβάπορο»
                       
      Ήταν η ώρα του να φανεί… Καμιά εικοσαριά αγόρια βρισκόντουσαν στη σειρά, το ένα δίπλα στο άλλο, μέχρι το γόνατο μέσα στη θάλασσα, στις «Κουκουναριές», στην ανατολική μεριά της Λιμνιώτικης παραλίας και κοιτούσαν όλα προς τα ανατολικά.
      «Νάτο- νάτο – νάτο, έρχεται!, ακούστηκε μία φωνή απ’ όλα τα στόματα των παιδιών.
      Ο ΚΥΚΝΟΣ ΤΟ ΜΟΡΦΟΒΑΠΟΡΟ! Μόλις είχε φανεί η περήφανη πλώρη του (πάνω στην οποία ήταν ζωγραφισμένο σε μπλε φόντο και από τις δύο μεριές το πανέμορφο πτηνό), πνιγμένη μέσα στους αφρούς και στα κύματα, πέρα στην απότομη στροφή, που οι Λιμνιώτες το τοπωνύμιο αυτό το λένε «Πούντα».
      Τούτο το καράβι ήταν πάντα στην ώρα του σε όλα τα λιμάνια που προσέγγιζε! Ήταν τόσο ακριβής η ώρα της άφιξης και της αναχώρησής του, ώστε πολλοί από τους κατοίκους ρύθμιζαν μ’ αυτό τα ρολόγια τους.
     Κάθε μέρα το περίμεναν τα παιδιά στην πάντα θέση για να παραβγούν μόλις περάσει ποιος θα φτάσει κολυμπώντας στο πρώτο μεγάλο κύμα, που άφηναν πίσω του τα απόνερα του βαποριού. Μερικοί, πάλι οι πιο θαρραλέοι πήγαιναν κολυμπώντας μέχρι τη μεγάλη σημαδούρα του λιμανιού, καθόντουσαν επάνω σ’ αυτήν και όταν το πλοίο έκανε κράτει (έβαζε τις μηχανές στο νεκρό σημείο) για να αποβιβάσει στις βάρκες τους επιβάτες που είχαν προορισμό τη Λίμνη, πήγαιναν κολυμπώντας κοντά σ’ αυτό και συνομιλούσαν με τους υπόλοιπους επιβάτες που ήταν ακουμπισμένοι στα ρέλια του βαποριού και είχαν προορισμό βορειότερα.

                                                       Οι Βαρκάρηδες

    Το ίδιο ακριβώς σημείο που παρατηρούσαν τα παιδιά παρατηρούσαν και κάποιοι άλλοι ενδιαφερόμενοι από άλλη όμως μεριά. Ήταν οι βαρκάρηδες από τη μεγάλη κεντρική προβλήτα της Λίμνης, που είχαν τις βάρκες τους αρόδο, απίκο, έτοιμες μόλις φανεί η μπούκα του βαποριού να μεταφέρουν τους επιβάτες στο καράβι.
     Πρώτη έφευγε η «Χρυσαλίς» του Ευαγγελινού και την ακολουθούσε η «Ακτή» του Κώστα Γεωργίου μετά ερχόταν η σειρά του Αγιονικόλα του «Μπλέτσου», η «Σοφία» του Ατωνίου, από κοντά η «Παναγιά» του Γιάννη Χρυσάνθη, ο «Ευαγγελισμός» του Λυσαίου και τελευταίος ο «Αντρέας» του Παπανικολάου.
      Σαν τις χήνες που ακολουθούν την ακροποταμία η μία πίσω από την άλλη, πλεύριζαν οι βάρκες το βαπόρι και άρχιζαν την αποβίβαση των επιβατών από μία μικρή σκάλα. Κατά τον ίδιο τρόπο γινόταν και η επιβίβαση των επιβατών που είχαν προορισμό τη Λίμνη.

                                             Το χειμώνα υπήρχαν προβλήματα

    Αυτή τη φορά, τώρα που είναι καλοκαίρι ήταν εύκολο. Το χειμώνα, όμως, με τις νοτιές, τις κακοκαιρίες και τα ραγάνια του βόρειου Ευβοϊκού τα πράγματα δυσκόλευαν πάρα πολύ για τους βαρκάρηδες και τους επιβάτες, κυρίως όταν το Κύκνος περνούσε τις πρώτες μετά τα μεσάνυχτα ώρες προς τη Χαλκίδα (πέρναγε αυτή την ώρα ώστε όταν έφτανε στη Χαλκίδα να προλάβαιναν οι επιβάτες το πρώτο πρωινό τραίνο προς την Αθήνα), ενώ για την εξυπηρέτηση των επιβατών ένα από τα παραλιακά καφενεία της Λίμνης παρέμενε εκ περιτροπής ανοιχτό.
     Με πόση μαεστρία κουνούσε τα κουπιά ο βαρκάρης, πότε μπρος και τα δύο, πότε σία το ένα και μπρος το άλλο και πλεύριζε την σκαλίτσα του πλοίου στην κατάλληλη στιγμή που το κύμα ήταν στο ανώτερο σημείο του, ώστε να πιαστεί ο επιβάτης με κάποια ευκολία. Από όσο δε θυμάμαι και όποιους από τους παλιότερους ρώτησα δεν συνέβη ποτέ ατύχημα, ούτε έπεσε κανένας άνθρωπος στη θάλασσα. Οι πιο πολλοί από αυτούς τους βαρκάρηδες ήταν απόμαχοι, οι ξέμπαρκοι ναυτικοί, που και σ΄ αυτόν τον τομέα έδειχναν την ναυτική τους ικανότητα και προέλευση.
    Στη συνέχεια γέμιζε η προβλήτα της Λίμνης με μπαγάζια, μικρά και μεγάλα και βαλίτσες. Ήταν εκεί ο μπάρμπα Βαγγέλης ο Μπέτσος, με το καροτσάκι του, που το ονόμαζε το «Αϊδονάκι», ο Γιάγκος ο  Μουλιάρης, που ήταν και άριστος τελάλης, κι αυτός με το δικό του μεταφορικό μέσον, αλλά και άλλοι μεταφορείς, που προωθούσαν τους τα πράγματα των ντόπιων επιβατών, αλλά και των τουριστών στα σπίτια που είχαν νοικιάσει.

                                                    Πρωτοπόρα η Λίμνη
    Η Λίμνη εκείνη την εποχή πρωτοπορούσε, αφού διέθετε οργανωμένο επίσημο τουριστικό γραφείο του ΕΟΤ, το οποίο βρισκόταν στο μέσον της παραλίας, κοντά στο ειρηνοδικείο. Ελάχιστοι  ήσαν εκείνη την εποχή στη Λίμνη που δεν νοίκιαζαν τα σπίτια τους.
     Και οι υπόλοιπες «ναυτικάτζες», θαλασσοδαρμένες μορφές από τον ήλιο, την αρμύρα και τα τερτίπια της θάλασσας, καθόντουσαν στα παραλιακά μαγαζιά και στο μεγάλο καφενείο του Ρούσσου, πού ήταν δίπλα στο κεφαλόσκαλο (κεφαλόσκαλο λένε οι Λιμνιώτες το μεγάλο πλάτωμα του μουράγιου, μπροστά από την μεγάλη ξύλινη προβλήτα) και αναπολούσαν βλέποντας το βαπόρι να πλησιάζει, τα δικά τους αρμενίσματα, άλλοι στα ποντοπόρα πλοία και οι πιο ηλικιωμένοι στα ιστιοφόρα.
    Τούτο το καράβι ο «Κύκνος» έδινε αφενός ζωή στον τόπο, αφετέρου δε σε έκανε να νοιώθεις ότι βρίσκεσαι σε νησί, σε πόλη και κατοίκους που αγαπούν και έχουν ζυμωθεί με την αρμύρα της θάλασσας.
    Μέχρι που αναπτύχθηκαν οι χερσαίες επικοινωνίες. Άνοιξαν οι δρόμοι και γέμισε ο τόπος αυτοκίνητα και ο «Κύκνος» πηγαινοερχόταν όλο και με λιγότερους επιβάτες, ώσπου κρίθηκε το δρομολόγιο του ασύμφορο και σταμάτησε οριστικά το 1974.
                                               
Ο Αποχαιρετισμός

     Ποιος άραγε, από τους παλιότερους δε θυμάται το παρατεταμένο, του «Οριστικού Αποχαιρετισμού»  σφύριγμα του «Κύκνου» , που άρχισε μόλις φάνηκε στην «Πούντα» και λιγόστευε όταν το πλοίο πέρασε στη δυτική μεριά της Λιμνιώτικης παραλίας, πέρα από τη σκήτη του Οσίου Χριστοδούλου και το Προσκοπείο, μέχρι που χάθηκε οριστικά….       
     Χαιρέταγαν δακρυσμένοι οι «ναυτικάτζες» της παραλίας, χαιρέταγαν οι γλάροι και τα άλλα πλεούμενα του λιμανιού, χαιρέταγαν οι Λιμνιώτισσες από τα παράθυρα με σηκωμένα τα μαντήλια, χαιρέτισε και η γριά Μπενετίνα που το σπίτι της ήταν δίπλα στη θάλασσα , που με το λιβανιστερό στο χέρι κατέβαινε κάθε πρωί και λιβάνιζε σταυρωτά το πέλαγος «για νάχουνε οι ναυτικοί μας καλά ταξίδια…»
   Χαιρέτησε και το ναυτικό καμπανάκι του Άι Μελέτη, ΝΤΑΝ_ΝΤΑΝ, όταν ένα φευγαλέο θρόισμα του αγέρα κούνησε το γλωσσίδι του…

Στο Βόλο
    
     Είδα για τελευταία φορά τον «Κύκνο» παροπλισμένο στην προβλήτα του λιμανιού του Βόλου, το καλοκαίρι του 1977, όταν πήγαμε με τους αθλητές του Ναυτικού Ομίλου Λίμνης  για κάποιο διασυλλογικό πρωτάθλημα και ρίγησα.  Ο νους μου γύρισε αμέσως σαν κινηματογραφική ταινία προς τα παλιά, στα παιδικά μου χρόνια, τότε που το περιμέναμε καθημερινά τους καλοκαιρινούς μήνες όλα τα παιδιά με αγωνία, στις «Κουκουναριές».
     Θυμάμαι ότι είχα μείνει για πολύ ώρα εκεί αποσβολωμένος, παρατηρώντας και αναπολώντας το θρυλικό καράβι, όταν το δυνατό σφύριγμα ενός άλλου πλοίου που απέπλεε από το Βόλο για το λιμάνι της Σκιάθου με προσγείωσε στη σύγχρονη πραγματικότητα…
     Ευχής έργο θα ήταν αν μετά τη δημοσίευση του άρθρου του Νίκου Γριπονησιώτη με τις αναμνήσεις του «Κύκνου» από το λιμάνι της Χαλκίδας στο περιοδικό «Νεφούρια» που εκδίδει το βιβλιοπωλείο «Διάμετρος», αλλά και του παρόντος σημειώματος για το λιμάνι της Λίμνης, μαζευτούν και άλλα στοιχεία μαζί με φωτογραφικό υλικό από τα υπόλοιπα λιμάνια που προσέγγιζε το «Κύκνος» , ώστε να αποτελέσουν ένα αυτοτελές βιβλίο που θα αφορά στην ιστορία και στις θαλασσινές περιπέτειες του αξέχαστου αυτού βαποριού.
    
Λίγα ιστορικά του πλοίου

       Ο «Κύκνος» ήταν το ποστάλι που διαδέχθηκε τη θρυλική προπολεμική «Βασιλική» των Ριτσωναίων, εκτελώντας για μεγάλο χρονικό διάστημα την ακτοπλοϊκή γραμμή του Βόρειου Ευβοϊκού Κόλπου. Ναυπηγήθηκε σαν θαλαμηγός (τα λεγόμενα εκείνη την εποχή  Λόρδικα), την περίοδο του μεσοπολέμου στα ναυπηγεία της Φιλαδέλφειας των ΗΠΑ, για λογαριασμό του τότε δημάρχου της Νέας Υόρκης Λαγκουάρδια.
       Ήταν 995 κόρων και διέθετε δύο μηχανές ΜΠΕΣΕΜΕΡ. Κατά τη διάρκεια του Β παγκόσμιου πολέμου το μεταφέρουν στην ανατολική Ασία, σαν βοηθητικό πλοίο στις επιχειρήσεις του Ειρηνικού. Μετά τον πόλεμο επιστρέφει στην  Αμερική απ΄ όπου το 1947 έρχεται στην Ελλάδα φορτωμένο με  «αγαθά» της λεγόμενης Αμερικάνικης βοήθειας. Στη συνέχεια το βγάζουν σε πλειστηριασμό στον Πειραιά και το αγοράζει ο εφοπλιστής Κολοκοτρώνης ο οποίος αφού το επισκευάζει του βάζει και δύο νέες μηχανές τύπου ΜΑΝ που έδωσαν στο σκάφος ταχύτητα 16 μιλίων των ώρα και το δρομολόγησε στη γραμμή Χαλκίδα-Λίμνη- Λουτρά Αιδηψού, Άγιος Κων/νος Βόλος.
      Όταν όμως εγκαινιάζεται η καινούργια γραμμή των φέρυ μπώουτ Αρκίτσας – Αιδηψού και μειώνεται δραστικά η κίνηση με τον «Κύκνο», η εταιρεία αποφασίζει να επεκτείνει το δρομολόγιο του και στις Βόρειες Σκιάθο- Σκόπελο- Αλόννησο, ενώ κάποιες φορές έκανε και το δρομολόγιο Σκύρου- Παραλία Κύμης. Αποσύρθηκε το 1974….
       Το πλήρωμα του αποτελείτο από τους πλοίαρχο, υποπλοίαρχο, πρώτο μηχανικό, έναν ηλεκτρολόγο, άλλους πέντε βοηθούς μηχανής, τέσσερις ναύτες, ένα λοστρόμο, ένα λογιστή, τρεις καμαρότους, τροφοδότη, μάγειρο, παραμάγειρο και λαντζιέρη. Συνολικά 23 ναυτικοί.

     Ο πλοίαρχος της τελευταίας δεκαετίας ήταν ο Κυριάκος Μαστροκόλιας από το Πορτοχέλι της Ερμιόνης και πρώτος μηχανικός επί δεκαεπτά συνεχόμενα χρόνια ο Λιμνιώτης Νικόλαος  Ταγάρας (γόνος μεγάλης ναυτικής οικογένειας και αδελφός του άλλοτε δημάρχου Λίμνης Σωτήρη Ταγάρα) τον  οποίο ευχαριστούμε ιδιαιτέρως αφού μας έδωσε όλες τις παραπάνω πληροφορίες που αφορούν την ιστορία του σκάφους, αλλά και τη φωτογραφία του «Κύκνου» στο λιμάνι της Σκιάθου.

   Γιάννης  Φαφούτης


Γενική άποψη της Λίμνης από το βράχο. Διακρίνεται ο Κύκνος στη μέση του λιμανιού.

Ο Κύκνος μόλις αποβίβασε τους επιβάτες του στη Λίμνη. (φωτογραφία Γιάννης Μπλουκίδης)




Μπροστά στη μεγάλη προβλήτα.

Άλλη μία φωτογραφία από τη μεριά της θάλασσας. Φωτογραφία Γιάννης Μπλουκίδης.

Οι βάρκες γεμάτες με επιβάτες φεύγουν για τον Κύκνο.

Σεπτέμβριος 1957.

Ο Κύκνος στο λιμάνι της Σκιάθου. Πίσω διακρίνεται το Μπόυρτζι.

Κυριακή, 17 Δεκεμβρίου 2017

ΤΟ ΚΟΥΡΑΣΑΝΙ (πανάρχαιο υδραυλικό κονίαμα)

ΚΟΥΡΑΣΑΝΙ *
(Υδραυλικό κονίαμα)

    Το κουρασάνι είναι παλιό υδραυλικό κονίαμα. Είναι συνδετικό υλικό που σαν βάση του έχει τριμμένο κεραμίδι, ασβέστη, άμμο και νερό, ενώ σε διάφορες περιοχές το συναντάμε εκτός των παραπάνω αναμεμιγμένο και με Θηραϊκή γη. 
    Στη Λίμνη της Εύβοιας συζητώντας με παλιούς χτίστες μου είχαν πει ότι εκτός των παραπάνω υλικών χρησιμοποιούσαν και αυγά από τα οποία ιδιαίτερα το ασπράδι δημιουργεί μία γυαλιστερή κρούστα κατά τη διάρκεια του σοβατίσματος που το κάνει εξαιρετικά ανθεκτικό στο χρόνο, στις καιρικές συνθήκες και απρόσβλητο από την υγρασία. 
    Ανέσυρα από το αρχείο μου μερικές φωτογραφίες κτισμάτων που έχουν σοβατιστεί με κουρασάνι οι οποίες επιβεβαιώνουν την ανθεκτικότητά του στο χρόνο. Σε αυτά τα κτίσματα εκτός του πύργου της Μονής Γαλατάκη που είναι πανταχόθεν σοβατισμένος με κουρασάνι, στα υπόλοιπα έχουν σοβατιστεί ο βορινές πλευρές.

* Η λέξη είναι τουρκικής προέλευσης και σημαίνει αμμοκονίαμα, οι δε χτιστάδες λέγονται κουρασανάδες. 

Γιάννης Φαφούτης.
Ο Πύργος της Μονής Γαλατάκη. Χτίστηκε το 1562 και είναι σοβατισμένος
με κουρασάνι και στις τέσσερις πλευρές.


Το Δημαρχείο της Λίμνης, δυόροφο νεοκλασικό,  χτίστηκε το 1891.

Δυόροφη κατοικία στην παραλία της Λίμνης. 

Δυόροφη κατοικία στο εσωτερικό της Λίμνης.
Άλλη μία δυόροφη κατοικία στο κεντρικό πολεοδομικό ιστό της Λίμνης.








Σάββατο, 2 Δεκεμβρίου 2017

ΡΕΠΟΡΤΑΖ

ΡΕΠΟΡΤΑΖ
   
     Έτσι για να μην ξεχνάμε την σαραντάχρονη ενασχόλησή μας με το ρεπορτάζ βρέθηκα χθες το μεσημέρι στο όμορφο χωριουδάκι της Μονοκαριάς λίγα χιλιόμετρα έξω από την Ιστιαία αναζητώντας τα ερείπια ενός δεύτερου νερόμυλου κατά μήκος του ποταμού και δίπλα στο δρόμο που οδηγεί στις Μηλιές.
    Στην αρχή το ενδιαφέρον μου ήταν να βρω το νερόμυλο τον οποίο και εντόπισα δίπλα στο γεφυράκι στα αριστερά του δρόμου. Από εκεί και πέρα ο δρόμος αρχίζει ανηφορικός για τις Μηλιές. Πνιγμένα μέσα στα βάτα και στις κουμαριές τρία εναπομείναντα  ντουβάρια του νερόμυλου αντιστέκονται στη φθορά του χρόνου. Αφού έγινε η απαραίτητα φωτογράφιση κίνησα για την επιστροφή.
    Το τοπίο εξαίρετου φυσικού κάλους. Αιωνόβια πλατάνια περιπλεγμένα με κισσούς σε μια απόχρωση του καφέ και του πράσινου δεσπόζουν σε όλο το μήκος της διαδρομής. Και εκεί ανάμεσα σ' αυτή την υπέροχη χρωματική παλέτα ξεπροβάλει το εκκλησάκι της Κοίμησης της Θεοτόκου,περιτριγυρισμένη από ένα παχύ στρώμα πλατανόφυλλων,  με το ιδιότυπο καμπαναριό της που στη βάση του έχει μία σοφή επιγραφή "Συχώρα και Προχώρα". Την όλη εικόνα συμπληρώνουν μικρά παγκάκια, γεφυράκια, και πιο δίπλα μία περίτεχνη βρύση με γάργαρο νερό που έφτιαξε ο δάσκαλος Βασίλης Σγούντζος το 1966 και ανακαίνισε ο Πολιτιστικός Σύλλογος της Μονοκαριάς το 2002.  Όλα αυτά υποδηλώνουν ότι σ΄αυτό το χώρο όταν γιορτάζει το εκκλησάκι θα γίνεται μεγάλο γλέντι.
      Ένας μικρός παράδεισος έξω από την πόρτα μας όπως θα έλεγαν και οι παλιότεροι που αξίζει να τον επισκεφθούμε.

     Γιάννης Φαφούτης
Ότι απόμεινε από το νερόμυλο.






          


Πέμπτη, 23 Νοεμβρίου 2017

ΣΤΑΘΗΣ ΛΙΜΝΙΟΣ




Ήταν μία δύσκολη μέρα η σημερινή για τον τόπο, τη Λίμνη μας, αφού συνοδέψαμε στην τελευταία του κατοικία τον αδικοχαμένο  συμπατριώτη μας, τραγουδιστή Στάθη Λιμνιό.
      Γέννημα θρέμμα της Λίμνης ο Στάθης πρόσφυγας δεύτερης γενιάς (οι γονείς του ήρθαν στη Λίμνη από το Μαρμαρά της Προποντίδας μετά την Μικρασιατική καταστροφή) από την παιδική του ηλικία αγαπούσε υπερβολικά το τραγούδι. Στο σχολειό όλοι τον θυμόμαστε που συνεχώς τραγουδούσε, μέχρι που ήλθε η καταξίωση της πρωτιάς μέσα από την εκπομπή ΝΑ Η ΕΥΚΑΙΡΙΑ που έδωσε άλλο αέρα στα πανιά του. Από εκεί και πέρα αρχίζει μία σημαντική ανοδική πορεία συνεργασίας με άλλους γνωστούς και καταξιωμένους έλληνες τραγουδιστές. Ο Στάθης δεν εργάστηκε μόνο στα ελληνικά μαγαζιά αλλά ταξίδεψε και σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις όπου ήταν  έντονο το ελληνικό στοιχείο.
         Η ταπεινότητά μου θεωρεί ότι ο Στάθης ο Λιμνιός υπήρξε από τους συνεπαίστερους εργάτες του πενταγράμμου. Τρανή απόδειξη είναι ότι αν και πέρασε από τα μεγάλα σαλόνια δεν ξέχασε την λησμονημένη επαρχία στην οποία αφιέρωσε μεγάλο μέρος της καλλιτεχνικής του σταδιοδρομίας, κοντά στον απλό κόσμο της βιοπάλης και της καθημερινότητας.
         Στο διάβα του όμως, ακριβώς στα 63 του χρόνια, συνάντησε το θεριό, τον καρκίνο, τον οποίο πάλεψε μέχρι και την τελευταία του πνοή, αλλά δυστυχώς δεν τον νίκησε.
           Φίλε Στάθη εμείς οι φίλοι σου, οι συμμαθητές σου, όλοι οι Λιμνιώτες θα σε θυμόμαστε πάντα. Θα μας λήψει όμως το χαμόγελό σου, 
θα μας λήψει η καλοσύνη σου, 
θα μας λήψει ο καλός σου λόγος, 
όπως και το τραγούδι σου, που τόσο πολύ αγάπησες.
        Ανέσυρα από το αρχείο μου και δημοσιεύω δύο πρόσφατες φωτογραφίες σου. Τότε που τα έδινες όλα για το χωριό σου. Μία από την κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας του Ολυμπιακού Λίμνης το 2015 και η άλλη από την αποκριάτικη χοροεσπερίδα του χορευτικού "Το Λύμνι"το 2016.
           Ας είναι ελαφρύ το χώμα της Λιμνιώτικης  γης που σε σκέπασε.

    Ο οικογενειακός σου φίλος 
      Γιάννης Φαφούτης

     
     
         

Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 2017

ΕΦΥΓΕ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΡΕΜΜΥΔΑΣ

     
   Σε ηλικία 82 ετών έφυγε την περασμένη Κυριακή από τη ζωή ο Βασίλης 
Κρεμμυδάς, ομότιμος καθηγητής ιστορίας του  ΕΠΚΑ, ιδρυτικό μέλος της 
Οικονομικής  Ιστορίας  και διακεκριμένος  μελετητής  του 1821.

 Ο Βασίλης Κρεμμυδάς υπήρξε ένας από τους  σημαντικότερους ιστορικούς της γενιάς του. Δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Λυών,στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ενώ είχε μακρά θητεία στο χώρο της ιδιωτικής μέσης εκπαίδευσης.
  

 Με το Βασίλη Κρεμμυδά με συνέδεε μακρά και ειλικρινή φιλία από τότε που γνωριστήκαμε στη Λίμνη σε επιστημονική ημερίδα που διοργάνωσαν τα ΓΑΚ Τοπικό Αρχείο Λίμνης.
    
  Εκφράζω δημόσια την ευγνωμοσύνη μου για τις συμβουλές του αλλά και για την ιδιαίτερη τιμή που μου έκανε να προλογίσει το βιβλίο μου με τα μεταλλεία της Anglo-Greek στα Κατούνια το 2012. Στους οικείους του εκφράζω τα θερμά μου συλλυπητήρια.
   
  Από εκείνη την επίσκεψή του στη Λίμνη δημοσιεύω μία φωτογραφία που τραβήξαμε μετά την ξενάγηση που μας έκανε στη Μονή Γαλατάκη ο προϊστάμενος των ΓΑΚ - Τοπικό Αρχείο Λίμνης Βασίλης Δούκουρης.
        



Από αριστερά Γιάννης Φαφούτης φωτογράφος - ερευνητής,Δημήτρης Γεωργόπουλος προϊστάμενος ΓΑΚ Τοπικού Αρχείου Ναυπλίου,Βασίλης Κρεμμυδάς καθηγητής Ελληνικής ιστορίας ΕΠΚΑ, Δαυίδ Αντωνίου, φιλόλογος επίτιμος διδάκτορας φιλοσοφικής πανεπιστημίου Ιωαννίνων και Βασίλης Δούκουρης, καθηγητής θεολόγος προϊστάμενος ΓΑΚ Τοπικού Αρχείου Λίμνης.

Σάββατο, 11 Νοεμβρίου 2017

     ΕΠΙΒΑΛΛΟΜΕΝΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΟΠΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΙΟΡΘΩΣΕΙΣ     

     Πρώτη Διόρθωση:

    Στο βιβλίο μου "Οι Μεταλλευτικές Εγκαταστάσεις της Εταιρείας ANGLO GREEK στη θέση Κατούνια του βόρειου Ευβοϊκού Κόλπου" στη σελίδα   87 υπάρχει μία φωτογραφία με το λατινικό χαρακτήρα  V που φαίνεται στην δυτική ρεματιά των Κατουνιών και το οποίο είχαν κατασκευάσει Αυστριακοί στρατιώτες κατά τη διάρκεια του Β Παγκόσμιου πολέμου όταν στις αποθήκες είχαν σταυλίσει μεγάλο αριθμό αλόγων.
      Η ερμηνεία που έδινα τότε μετά από ταλάντευση αν πρόκειται για το σήμα της νίκης ή κάτι άλλο κατέληγε ότι ήταν πιθανόν να ήταν το αρχικό γράμμα της γερμανικής λέξης Vorsicht  που σημαίνει προσοχή για την αποφυγή λανθασμένου βομβαρδισμού των εγκαταστάσεων. Πέρυσι στις 7/11/2016 μετά την καλοκαιρινή καταστροφική πυρκαγιά στην ίδια περιοχή και την ανάδειξη του σχήματος ακόμη καλύτερα επανέλαβα από αυτό το Blog την ίδια άποψη.
       Σήμερα όμως μετά έρευνα δεκάδων φωτογραφιών στο διαδύκτιο καθώς και την ερμηνεία που έδιναν οι γερμανοί για την αναγραφή του λατινικού  V εκείνη τη περίοδο που εντόπισε ο προϊστάμενος των Γ.Α.Κ Τοπικό Αρχείο Λίμνης  Βασίλης Δούκουρης, διαπιστώθηκε  ότι οι γερμανοί σε σημαντικά  κτίρια και σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις που τελούσαν υπό κατοχή είχαν αναγράψει με διάφορους τρόπους (γραμμένα σε τοίχους, μεγάλα πανώ κ.α) το ίδιο αρχικό γράμμα που προέρχεται (όπως βλέπετε  τις παρακάτω  φωτογραφίες)  από τη λέξη Vicrory που σημαίνει νίκη. Αυτή ήταν μία προπαγανδιστική τακτική των γερμανών. Προς επίρρωση των παραπάνω δημοσιεύεται αγγλικό κείμενο και μετάφραση.
   

       Ερμηνεία:
       Α. Επειδή το V = Victory = Νίκη έγινε κατά τη διάρκεια του Β παγκόσμιου πολέμου δημοφιλές και ανύψωνε το ηθικό των ανδρών υιοθετήθηκε από τους γερμανούς αξιωματικούς προπαγάνδας.
       Β. Οι γερμανοί προπαγανδιστές χρησιμοποίησαν το V αρχικό της λέξης Viktoria = Victory επειδή η λέξη ήταν ιδιαίτερα αναγνωρίσιμη στις λατινογενείς γλώσσες αντί του  S που είναι αρχικό της γερμανικής λέξης Sieg που σημαίνει νίκη. 
    
  


   Έτσι λοιπόν η σωστή ερμηνεία του V που είναι φτιαγμένο με λευκόλιθο στα Κατούνια είναι αυτή της λέξης Victory.



    


 Διόρθωση δεύτερη:
    
      Στον πρώτο τόμο του λευκώματός μου ΛΙΜΝΗ 20ος αιώνας για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεώτεροι στη σελίδα 82 υπάρχει μία φωτογραφία που δείχνει το προπολεμικό τηλεγραφείο της Λίμνης. Στη λεζάντα γράφω (σύμφωνα με τις προφορικές πληροφορίες που είχα συλλέξει τότε) ότι πρόκειται για το πρώτο τηλεγραφείο της Λίμνης.
     Αυτή η πληροφορία όμως ήταν λανθασμένη και έρχεται για μία ακόμη φορά να τη διορθώσει το έγγραφο που απόκειται στα έγγραφα των Γ.Α.Κ Τοπικό Αρχείο Λίμνης, Φάκελλος ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΔΗΜΟΥ-ΤΗΛΕΓΡΑΦΕΙΑ: 1843-1967. Το Τοπικό Αρχείο Λίμνης είναι ένα μέσον διάσωσης της Ιστορικής και Πολιτιστικής μας Κληρονομιάς, είναι ένας τοπικός και εθνικός θυσαυρός και ώς τέτοιο επιβάλλεται να το διαφυλάξουμε ωσαν κόρη οφθαλμού.

 

     

Σύμφωνα με το έγγραφο λοιπόν της 12ης Απριλίου του 1882 και την υπογραφή του τότε δημάρχου Γ Α.Φλώκου υπογράφεται σύμβαση ανανέωσης ενοικίου με τον Ν Γ.Λαίμα στην οικία του οποίου  λειτουργούσε  από την 20η  Δεκεμβρίου 1881 ο τηλεγραφικός σταθμός. Άρα λοιπόν το πρώτο τηλεγραφείο εγκαταστάθηκε και λειτούργησε στη Λίμνη σύμφωνα με τα στοιχεία του εγγράφου στον προαναφερόμενο χώρο και όχι αυτόν που έχω γράψει.
    Κλείνοντας αφού ευχαριστήσω τον προϊστάμενο του Τοπικού Αρχείου Λίμνης Βασίλη Δούκουρη για την υπόδειξη του εγγράφου, θέλω να επισημάνω οτι σήμερα που η κοινωνία της πληροφορίας μας δίνει τη δυνατότητα της διόρθωσης των λαθών σε όσους ασχολούμεθα με την έρευνα και την συγγραφή  να το πράττουμε αμέσως.
    Αν αυτό δεν γίνει οι πληροφορίες θα μεταφέρονται λανθασμένα από τον έναν στον άλλον μέσα από τη βιβλιογραφία και αυτό θα είναι μεγάλο λάθος.

Γιάννης Φαφούτης
Φωτογράφος- Ερευνητής



Δευτέρα, 11 Σεπτεμβρίου 2017

ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ



ΑΡΧΗ  ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ ΚΑΛΗΣΠΕΡΑ ΤΗΣ ΑΦΕΝΤΙΑΣ ΣΑΣ
                  (Παραμύθια από τη Λίμνη της Εύβοιας)

Στα πλαίσια των εκδηλώσεων των τεσσαρακοστών Ελυμνίων  στις 11 Αυγούστου 2017, στις 9 μ.μ στον κατάμεστο προαύλιο χώρο του κάτω δημοτικού σχολείου (κτήριο Μελά)  παρουσιάστηκε το νέο βιβλίο (16ο κατά σειρά) του φωτογράφου – ερευνητή, συγγραφέα Γιάννη Φαφούτη.
     Το βιβλίο είναι αποτέλεσμα πολύχρονης έρευνας και συλλογής παραμυθιών της Λίμνης Ευβοίας, συνοδεύεται εκτός από τα μικρά βιογραφικά των αφηγητών, από τα σπουδαία και αναλυτικότατα  σχόλια της κας Μαριάνθης Καπλάνογλου, αναπληρώτριας καθηγήτριας στο Τμήμα Βυζαντινής Φιλολογίας και Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, με εξειδίκευση στα παραμύθια, γεγονός που κατατάσσει τη συλλογή στην Ελληνική και παγκόσμια βιβλιογραφία.
      Η εκδήλωση ξεκίνησε με το χαιρετισμό της κας Νίκης Καλέμη ιδιοκτήτριας των Ευβοϊκών Εκδόσεων ΚΙΝΗΤΡΟ, η οποία αναφέρθηκε τόσο στην έκδοση όσο και στην πολύχρονη και αγαστή συνεργασία της με τον συγγραφέα τα περισσότερα βιβλία του οποίου  έχουν εκδοθεί από τον εκδοτικό της οίκο.
     Στη συνέχεια το λόγο πήρε ο επίτιμος πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών κ. Δημήτρης Τσουκνίδας, ο οποίος επαίνεσε το διαχρονικό συγγραφικό έργο του Γιάννη Φαφούτη,  γεγονός που οδήγησε στην απόφαση της Ένωσης για την απονομή τιμητικής διάκρισης το καλοκαίρι του 2011.  
     Ο δημοσιογράφος και διευθυντής του Αθηναϊκού και Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων κ. Μιχάλης Ψύλος που πήρε στη συνέχεια το λόγο αναφέρθηκε στο περιεχόμενο του βιβλίου και στο μέχρι σήμερα έργο του Γιάννη Φαφούτη με τον δικό του ξεχωριστό πρωτότυπο τρόπο δίδοντας ένα παραμύθι που σαν τίτλο του έχει: «Η Λίμνη του 2117».
     Μέσα από αυτό, εκατό χρόνια μετά, σκιαγραφείται κάποιος απόγονος των Φαφουταίων 5ης γενιάς, που ενώ η περιοχή αρχίζει να κατακλύζεται από τα νερά λόγω κλιματικής αλλαγής και άνοδο της στάθμης της θάλασσας, να προσπαθεί με κάθε τρόπο να διαφυλάξει όλο αυτόν τον πλούτο της ιστορίας της πόλης που άφησε σαν παρακαταθήκη ο μακρινός πρόγονός του.
    Ο προϊστάμενος του Ιστορικού Αρχείου Λίμνης κ. Βασίλης Δούκουρης, που ήταν και ο κύριος παρουσιαστής αναφέρθηκε αναλυτικά στη δομή του βιβλίου αρχίζοντας από την αφιέρωση του πονήματος σε έναν από τους αφηγητές, τον αείμνηστο Μαρμαρινό πρόσφυγα, Αγγελή Μαραγκάκη καθώς και στο καλαίσθητο εξώφυλλο  που είναι έμπνευση και δημιούργημα του Γιώργου  Στεργίου.
    Στη συνέχεια εξήγησε τους λόγους που οδήγησαν το Γιάννη Φαφούτη στην έκδοση του πονήματος καθώς και τις ευχαριστίες του συγγραφέα στο σύνολο των συντελεστών της κατάληξης αυτής. Μπαίνοντας στο κύριο σώμα και το περιεχόμενο των παραμυθιών επεσήμανε αρκετές λεπτομέρειες (όπως τη ντοπιολαλιά, την αναφορά στη καράβια και τη θάλασσα μια και η Λίμνη ήταν ξακουστός ναυτότοπος, τους αφηγητές, κ.α) που θα καταστούν στη συνέχεια στοιχεία απαραίτητα για τους ιστορικούς του μέλλοντος.
Κλείνοντας εστίασε την προσοχή του σε δύο σημεία:
     Α)Στα εμπεριστατωμένα σχόλια της κας Μαριάνθης Καπλάνογλου που κατατάσσουν τα παραμύθια της Λίμνης ανάλογα με τις παραλλαγές τους, στους διεθνείς παραμυθιακούς τύπους και τη βιβλιογραφία αφού παραλλαγές των Λιμνιώτικων παραμυθιών συναντάμε απλωμένες από την Ισπανία ως την Ινδία και από τη Ρωσία ως την Αφρική.
     Β) Διευκρίνισε ότι Γιάννης Φαφούτης ένας αυτοδίδακτος ερευνητής έχει αντιληφθεί εδώ και πολλά χρόνια ότι αντί να αντιγράφει άκριτα και να επαναλαμβάνει με θρησκευτική ευλάβεια απόψεις παλαιοτέρων, προτίμησε ως φιλότιμος σκαπανέας να μπει βαθειά στις στοές της ιστορίας και να φέρει στην επιφάνεια άγνωστο και πρωτόλειο υλικό. Του αξίζει κάθε έπαινος.
     Τέλος ο Γιάννης Φαφούτης που πήρε στη συνέχεια το λόγο, αφού ευχαρίστησε τους παραβρισκόμενους  για την δυναμική παρουσία τους, αλλά και όλους όσους παρείχαν βοήθεια και πληροφορίες ανέλυσε πως εδώ και 35 χρόνια άρχισε να μαζεύει και να ταξινομεί το πρωτόλειο υλικό μέχρι που η όλη εργασία στάλθηκε για έκδοση στο τυπογραφείο και έκλεισε την παρέμβασή του αφιερώνοντας την βραδιά στην εφημερίδα Πανευβοϊκόν Βήμα και τον διευθυντή και εκδότη της Δημήτρη Παπαγρηγορίου, με την οποία συνεργάστηκε ακριβώς σαράντα χρόνια (1977- 2017).
   Η εκδήλωση έκλεισε με την σύντομη παρέμβαση της Αλεξάνδρας Μπέικα (εγγονής του Αγγελή Μαραγκάκη) οποία ευχαρίστησε εκ μέρους της οικογένειας αλλά και της κοινότητας των Μαρμαρινών προσφύγων το Γιάννη Φαφούτη για την ιδιαίτερη αναφορά στον παππού της  αλλά και στον προσφυγικό Ελληνισμό.
    Συντονίστρια της εκδήλωσης ήταν η φιλόλογος Γιάννα Κάβουρα.