Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 2017

ΕΦΥΓΕ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΡΕΜΜΥΔΑΣ

     
   Σε ηλικία 82 ετών έφυγε την περασμένη Κυριακή από τη ζωή ο Βασίλης 
Κρεμμυδάς, ομότιμος καθηγητής ιστορίας του  ΕΠΚΑ, ιδρυτικό μέλος της 
Οικονομικής  Ιστορίας  και διακεκριμένος  μελετητής  του 1821.

 Ο Βασίλης Κρεμμυδάς υπήρξε ένας από τους  σημαντικότερους ιστορικούς της γενιάς του. Δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Λυών,στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ενώ είχε μακρά θητεία στο χώρο της ιδιωτικής μέσης εκπαίδευσης.
  

 Με το Βασίλη Κρεμμυδά με συνέδεε μακρά και ειλικρινή φιλία από τότε που γνωριστήκαμε στη Λίμνη σε επιστημονική ημερίδα που διοργάνωσαν τα ΓΑΚ Τοπικό Αρχείο Λίμνης.
    
  Εκφράζω δημόσια την ευγνωμοσύνη μου για τις συμβουλές του αλλά και για την ιδιαίτερη τιμή που μου έκανε να προλογίσει το βιβλίο μου με τα μεταλλεία της Anglo-Greek στα Κατούνια το 2012. Στους οικείους του εκφράζω τα θερμά μου συλλυπητήρια.
   
  Από εκείνη την επίσκεψή του στη Λίμνη δημοσιεύω μία φωτογραφία που τραβήξαμε μετά την ξενάγηση που μας έκανε στη Μονή Γαλατάκη ο προϊστάμενος των ΓΑΚ - Τοπικό Αρχείο Λίμνης Βασίλης Δούκουρης.
        



Από αριστερά Γιάννης Φαφούτης φωτογράφος - ερευνητής,Δημήτρης Γεωργόπουλος προϊστάμενος ΓΑΚ Τοπικού Αρχείου Ναυπλίου,Βασίλης Κρεμμυδάς καθηγητής Ελληνικής ιστορίας ΕΠΚΑ, Δαυίδ Αντωνίου, φιλόλογος επίτιμος διδάκτορας φιλοσοφικής πανεπιστημίου Ιωαννίνων και Βασίλης Δούκουρης, καθηγητής θεολόγος προϊστάμενος ΓΑΚ Τοπικού Αρχείου Λίμνης.

Σάββατο, 11 Νοεμβρίου 2017

     ΕΠΙΒΑΛΛΟΜΕΝΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΟΠΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΙΟΡΘΩΣΕΙΣ     

     Πρώτη Διόρθωση:

    Στο βιβλίο μου "Οι Μεταλλευτικές Εγκαταστάσεις της Εταιρείας ANGLO GREEK στη θέση Κατούνια του βόρειου Ευβοϊκού Κόλπου" στη σελίδα   87 υπάρχει μία φωτογραφία με το λατινικό χαρακτήρα  V που φαίνεται στην δυτική ρεματιά των Κατουνιών και το οποίο είχαν κατασκευάσει Αυστριακοί στρατιώτες κατά τη διάρκεια του Β Παγκόσμιου πολέμου όταν στις αποθήκες είχαν σταυλίσει μεγάλο αριθμό αλόγων.
      Η ερμηνεία που έδινα τότε μετά από ταλάντευση αν πρόκειται για το σήμα της νίκης ή κάτι άλλο κατέληγε ότι ήταν πιθανόν να ήταν το αρχικό γράμμα της γερμανικής λέξης Vorsicht  που σημαίνει προσοχή για την αποφυγή λανθασμένου βομβαρδισμού των εγκαταστάσεων. Πέρυσι στις 7/11/2016 μετά την καλοκαιρινή καταστροφική πυρκαγιά στην ίδια περιοχή και την ανάδειξη του σχήματος ακόμη καλύτερα επανέλαβα από αυτό το Blog την ίδια άποψη.
       Σήμερα όμως μετά έρευνα δεκάδων φωτογραφιών στο διαδύκτιο καθώς και την ερμηνεία που έδιναν οι γερμανοί για την αναγραφή του λατινικού  V εκείνη τη περίοδο που εντόπισε ο προϊστάμενος των Γ.Α.Κ Τοπικό Αρχείο Λίμνης  Βασίλης Δούκουρης, διαπιστώθηκε  ότι οι γερμανοί σε σημαντικά  κτίρια και σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις που τελούσαν υπό κατοχή είχαν αναγράψει με διάφορους τρόπους (γραμμένα σε τοίχους, μεγάλα πανώ κ.α) το ίδιο αρχικό γράμμα που προέρχεται (όπως βλέπετε  τις παρακάτω  φωτογραφίες)  από τη λέξη Vicrory που σημαίνει νίκη. Αυτή ήταν μία προπαγανδιστική τακτική των γερμανών. Προς επίρρωση των παραπάνω δημοσιεύεται αγγλικό κείμενο και μετάφραση.
   

       Ερμηνεία:
       Α. Επειδή το V = Victory = Νίκη έγινε κατά τη διάρκεια του Β παγκόσμιου πολέμου δημοφιλές και ανύψωνε το ηθικό των ανδρών υιοθετήθηκε από τους γερμανούς αξιωματικούς προπαγάνδας.
       Β. Οι γερμανοί προπαγανδιστές χρησιμοποίησαν το V αρχικό της λέξης Viktoria = Victory επειδή η λέξη ήταν ιδιαίτερα αναγνωρίσιμη στις λατινογενείς γλώσσες αντί του  S που είναι αρχικό της γερμανικής λέξης Sieg που σημαίνει νίκη. 
    
  


   Έτσι λοιπόν η σωστή ερμηνεία του V που είναι φτιαγμένο με λευκόλιθο στα Κατούνια είναι αυτή της λέξης Victory.



    


 Διόρθωση δεύτερη:
    
      Στον πρώτο τόμο του λευκώματός μου ΛΙΜΝΗ 20ος αιώνας για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεώτεροι στη σελίδα 82 υπάρχει μία φωτογραφία που δείχνει το προπολεμικό τηλεγραφείο της Λίμνης. Στη λεζάντα γράφω (σύμφωνα με τις προφορικές πληροφορίες που είχα συλλέξει τότε) ότι πρόκειται για το πρώτο τηλεγραφείο της Λίμνης.
     Αυτή η πληροφορία όμως ήταν λανθασμένη και έρχεται για μία ακόμη φορά να τη διορθώσει το έγγραφο που απόκειται στα έγγραφα των Γ.Α.Κ Τοπικό Αρχείο Λίμνης, Φάκελλος ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΔΗΜΟΥ-ΤΗΛΕΓΡΑΦΕΙΑ: 1843-1967. Το Τοπικό Αρχείο Λίμνης είναι ένα μέσον διάσωσης της Ιστορικής και Πολιτιστικής μας Κληρονομιάς, είναι ένας τοπικός και εθνικός θυσαυρός και ώς τέτοιο επιβάλλεται να το διαφυλάξουμε ωσαν κόρη οφθαλμού.

 

     

Σύμφωνα με το έγγραφο λοιπόν της 12ης Απριλίου του 1882 και την υπογραφή του τότε δημάρχου Γ Α.Φλώκου υπογράφεται σύμβαση ανανέωσης ενοικίου με τον Ν Γ.Λαίμα στην οικία του οποίου  λειτουργούσε  από την 20η  Δεκεμβρίου 1881 ο τηλεγραφικός σταθμός. Άρα λοιπόν το πρώτο τηλεγραφείο εγκαταστάθηκε και λειτούργησε στη Λίμνη σύμφωνα με τα στοιχεία του εγγράφου στον προαναφερόμενο χώρο και όχι αυτόν που έχω γράψει.
    Κλείνοντας αφού ευχαριστήσω τον προϊστάμενο του Τοπικού Αρχείου Λίμνης Βασίλη Δούκουρη για την υπόδειξη του εγγράφου, θέλω να επισημάνω οτι σήμερα που η κοινωνία της πληροφορίας μας δίνει τη δυνατότητα της διόρθωσης των λαθών σε όσους ασχολούμεθα με την έρευνα και την συγγραφή  να το πράττουμε αμέσως.
    Αν αυτό δεν γίνει οι πληροφορίες θα μεταφέρονται λανθασμένα από τον έναν στον άλλον μέσα από τη βιβλιογραφία και αυτό θα είναι μεγάλο λάθος.

Γιάννης Φαφούτης
Φωτογράφος- Ερευνητής



Δευτέρα, 11 Σεπτεμβρίου 2017

ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ



ΑΡΧΗ  ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ ΚΑΛΗΣΠΕΡΑ ΤΗΣ ΑΦΕΝΤΙΑΣ ΣΑΣ
                  (Παραμύθια από τη Λίμνη της Εύβοιας)

Στα πλαίσια των εκδηλώσεων των τεσσαρακοστών Ελυμνίων  στις 11 Αυγούστου 2017, στις 9 μ.μ στον κατάμεστο προαύλιο χώρο του κάτω δημοτικού σχολείου (κτήριο Μελά)  παρουσιάστηκε το νέο βιβλίο (16ο κατά σειρά) του φωτογράφου – ερευνητή, συγγραφέα Γιάννη Φαφούτη.
     Το βιβλίο είναι αποτέλεσμα πολύχρονης έρευνας και συλλογής παραμυθιών της Λίμνης Ευβοίας, συνοδεύεται εκτός από τα μικρά βιογραφικά των αφηγητών, από τα σπουδαία και αναλυτικότατα  σχόλια της κας Μαριάνθης Καπλάνογλου, αναπληρώτριας καθηγήτριας στο Τμήμα Βυζαντινής Φιλολογίας και Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, με εξειδίκευση στα παραμύθια, γεγονός που κατατάσσει τη συλλογή στην Ελληνική και παγκόσμια βιβλιογραφία.
      Η εκδήλωση ξεκίνησε με το χαιρετισμό της κας Νίκης Καλέμη ιδιοκτήτριας των Ευβοϊκών Εκδόσεων ΚΙΝΗΤΡΟ, η οποία αναφέρθηκε τόσο στην έκδοση όσο και στην πολύχρονη και αγαστή συνεργασία της με τον συγγραφέα τα περισσότερα βιβλία του οποίου  έχουν εκδοθεί από τον εκδοτικό της οίκο.
     Στη συνέχεια το λόγο πήρε ο επίτιμος πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών κ. Δημήτρης Τσουκνίδας, ο οποίος επαίνεσε το διαχρονικό συγγραφικό έργο του Γιάννη Φαφούτη,  γεγονός που οδήγησε στην απόφαση της Ένωσης για την απονομή τιμητικής διάκρισης το καλοκαίρι του 2011.  
     Ο δημοσιογράφος και διευθυντής του Αθηναϊκού και Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων κ. Μιχάλης Ψύλος που πήρε στη συνέχεια το λόγο αναφέρθηκε στο περιεχόμενο του βιβλίου και στο μέχρι σήμερα έργο του Γιάννη Φαφούτη με τον δικό του ξεχωριστό πρωτότυπο τρόπο δίδοντας ένα παραμύθι που σαν τίτλο του έχει: «Η Λίμνη του 2117».
     Μέσα από αυτό, εκατό χρόνια μετά, σκιαγραφείται κάποιος απόγονος των Φαφουταίων 5ης γενιάς, που ενώ η περιοχή αρχίζει να κατακλύζεται από τα νερά λόγω κλιματικής αλλαγής και άνοδο της στάθμης της θάλασσας, να προσπαθεί με κάθε τρόπο να διαφυλάξει όλο αυτόν τον πλούτο της ιστορίας της πόλης που άφησε σαν παρακαταθήκη ο μακρινός πρόγονός του.
    Ο προϊστάμενος του Ιστορικού Αρχείου Λίμνης κ. Βασίλης Δούκουρης, που ήταν και ο κύριος παρουσιαστής αναφέρθηκε αναλυτικά στη δομή του βιβλίου αρχίζοντας από την αφιέρωση του πονήματος σε έναν από τους αφηγητές, τον αείμνηστο Μαρμαρινό πρόσφυγα, Αγγελή Μαραγκάκη καθώς και στο καλαίσθητο εξώφυλλο  που είναι έμπνευση και δημιούργημα του Γιώργου  Στεργίου.
    Στη συνέχεια εξήγησε τους λόγους που οδήγησαν το Γιάννη Φαφούτη στην έκδοση του πονήματος καθώς και τις ευχαριστίες του συγγραφέα στο σύνολο των συντελεστών της κατάληξης αυτής. Μπαίνοντας στο κύριο σώμα και το περιεχόμενο των παραμυθιών επεσήμανε αρκετές λεπτομέρειες (όπως τη ντοπιολαλιά, την αναφορά στη καράβια και τη θάλασσα μια και η Λίμνη ήταν ξακουστός ναυτότοπος, τους αφηγητές, κ.α) που θα καταστούν στη συνέχεια στοιχεία απαραίτητα για τους ιστορικούς του μέλλοντος.
Κλείνοντας εστίασε την προσοχή του σε δύο σημεία:
     Α)Στα εμπεριστατωμένα σχόλια της κας Μαριάνθης Καπλάνογλου που κατατάσσουν τα παραμύθια της Λίμνης ανάλογα με τις παραλλαγές τους, στους διεθνείς παραμυθιακούς τύπους και τη βιβλιογραφία αφού παραλλαγές των Λιμνιώτικων παραμυθιών συναντάμε απλωμένες από την Ισπανία ως την Ινδία και από τη Ρωσία ως την Αφρική.
     Β) Διευκρίνισε ότι Γιάννης Φαφούτης ένας αυτοδίδακτος ερευνητής έχει αντιληφθεί εδώ και πολλά χρόνια ότι αντί να αντιγράφει άκριτα και να επαναλαμβάνει με θρησκευτική ευλάβεια απόψεις παλαιοτέρων, προτίμησε ως φιλότιμος σκαπανέας να μπει βαθειά στις στοές της ιστορίας και να φέρει στην επιφάνεια άγνωστο και πρωτόλειο υλικό. Του αξίζει κάθε έπαινος.
     Τέλος ο Γιάννης Φαφούτης που πήρε στη συνέχεια το λόγο, αφού ευχαρίστησε τους παραβρισκόμενους  για την δυναμική παρουσία τους, αλλά και όλους όσους παρείχαν βοήθεια και πληροφορίες ανέλυσε πως εδώ και 35 χρόνια άρχισε να μαζεύει και να ταξινομεί το πρωτόλειο υλικό μέχρι που η όλη εργασία στάλθηκε για έκδοση στο τυπογραφείο και έκλεισε την παρέμβασή του αφιερώνοντας την βραδιά στην εφημερίδα Πανευβοϊκόν Βήμα και τον διευθυντή και εκδότη της Δημήτρη Παπαγρηγορίου, με την οποία συνεργάστηκε ακριβώς σαράντα χρόνια (1977- 2017).
   Η εκδήλωση έκλεισε με την σύντομη παρέμβαση της Αλεξάνδρας Μπέικα (εγγονής του Αγγελή Μαραγκάκη) οποία ευχαρίστησε εκ μέρους της οικογένειας αλλά και της κοινότητας των Μαρμαρινών προσφύγων το Γιάννη Φαφούτη για την ιδιαίτερη αναφορά στον παππού της  αλλά και στον προσφυγικό Ελληνισμό.
    Συντονίστρια της εκδήλωσης ήταν η φιλόλογος Γιάννα Κάβουρα.







Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΜΙΚΤΗΣ ΧΟΡΩΔΙΑΣ ΛΙΜΝΗΣ

Μεγάλη επιτυχία είχε η εκδήλωση που διοργάνωσε η μικτή χορωδία του χορευτικού "Το Λύμνι" με τη συμμετοχή της Μικτής Χορωδίας της Στρογγυλής Κέρκυρας "Ο Δημόδοκος" .
Την Παρασκευή το βράδυ ημέρα της άφιξης της Κερκυραϊκής χορωδίας έγινε καλωσόρισμα στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου. Την επομένη Σάββατο 18 Μαρτίου στις 7μ.μ στην κατάμεστη αίθουσα του κινηματοθεάτρου Ελύμνιον οι παρευρισκόμενοι είχαν την ευκαιρία να απολαύσουν πρώτα τη χορωδία της Λίμνης με τέσσερα τραγούδια και στη συνέχεια την τιμώμενη χορωδία με 14 τραγούδια.
Μετά το πέρας της εκδήλωσης τα μέλη της Λιμνιώτικης χορωδίας δεξιώθηκαν τους Κερκυραίους στο κέντρο των αφών Ιωάννου στα Κατούνια όπου ο μαέστρος Χρύσανθος Γρηγορόπουλος και ο Γιάννης Φαφούτης με τις  κιθάρες τους και όλοι μαζί χορωδοί και οι υπόλοιποι συνδαιτυμόνες τραγούδησαν και χόρεψαν μέχρι αργά το βράδυ.

Γιάννης Φαφούτης









Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΕΚΔΟΤΗΣ


Μετά από 11 χρόνια έρευνας στα ρέματα και στα βουνά της Εύβοιας. Μετά από 11 χρόνια βιβλιογραφικής και φιλολογικής έρευνας έγινε κατορθωτό να κρατώ στα χέρια μου ένα βιβλίο 180 σελίδων όπου για πρώτη φορά φαίνεται από άκρη σε άκρη η δραστηριότητα των κατοίκων της Εύβοιας στη λεγόμενη Προβιομηχανική Εποχή.
Το βιβλίο είναι  επιμελημένο φιλολογικά, διορθωμένο, έτοιμο σε μορφή PDF για το τυπογραφείο. Προσφέρεται χωρίς την παραμικρή οικονομική αμοιβή ΕΝΤΕΛΩΣ ΔΩΡΕΑΝ σε όποιον νομίζει οτι μπορεί να αναλάβει την έκδοση. 

Γιάννης Φαφούτης

Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2017

ΤΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ

   Παρά το τσουχτερό κρύο, τον αέρα, και τη βροχή που επικρατούσε σήμερα το πρωί ο Αγιασμός των υδάτων τελέστηκε με την δέουσα θρησκευτική κατάνυξη στη Ναυτική Πολιτεία της Λίμνης. 
   Μετά τη θεία λειτουργία όλοι μαζί (Τοπικές Αρχές και Κλήρος) κατέβηκαν στην κεντρική προβλήτα όπου μετά τη σύντομη δέηση και τη ανάγνωση του Ιερού Ευαγγελίου έγινε η ρίψη του τιμίου σταυρού στη θάλασσα. 
   Τα παγωμένα νερά του Ευβοϊκού κόλπου αψήφησαν δύο νεαροί συμπατριώτες μας, ο Νίκος Ντάνης και ο Σωτήρης Στεργίου και βούτηξαν στη θάλασσα. Το σταυρό ανέσυρε από το βυθό ο Σωτήρης Στεργίου (Αξίζει να σημειωθεί ότι στη Λίμνη ανέκαθεν ο σταυρός την τρίτη φορά είναι σιδερένιος και ρίχνεται χωρίς κορδέλα στη θάλασσα.)









Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕ ΕΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑ

ΤΟ ΠΑΘΗΜΑ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΑΚΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΗΡΟΜΥΤΗ ΚΟΤΣΥΦΑ

Φωτογραφία από τη δωρεάν ιστοσελίδα εικόνων pixaday.


ΤΟ ΠΑΘΗΜΑ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΑΚΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΗΡΟΜΥΤΗ ΚΟΤΣΥΦΑ

(Χειμωνιάτικο παιδικό αφήγημα.)

Συμμετοχή στον πανελλήνιο διαγωνισμό παιδικού διηγήματος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών.





Το ’βλεπα εγώ αποβραδίς ότι τα θεμέλια του καιρού ήταν βουρκωμένα, η θάλασσα στην απέναντι κόστα της Αταλάντης και η στεριά είχαν ντυθεί στα γκρίζα. Έρχεται κακοκαιρία, έλεγε και ξανάλεγε η θεία Λενίτσα μονολογώντας, καθώς πότε σδάβλαγε τα καρβουνιασμένα ξύλα στο τζάκι, για να διατηρηθεί η φωτιά  και πότε πήγαινε στο παράθυρο παρακολουθώντας τις μεγάλες μπαλωματήδες του χιονιού που έπεφτε χωρίς σταματημό όλη τη νύχτα. Άρχιζε να χιονίζει γύρω στα μεσάνυκτα και καθώς έπεφτε το χιόνι αθόρυβα, μέχρι το πρωί το είχε στρώσει ως το γόνατο.

    Με το πρώτο φώς της μέρας και ενώ συνεχιζόταν ακατάπαυστα η χιονόπτωση όλα μέχρι κάτω στο κυμοθάλασσο (σπίτια, κήποι, δένδρα) ήταν μία άσπρη πινελιά καμωμένα. Μοναδική παραφωνία σ΄αυτή τη χειμωνιάτικη μονόχρωμη παλέτα ήταν ο μαύρος καπνός που έβγαινε από την καμινάδα ενός σπιτιού της παραλίας, και καθώς δεν φύσαγε καθόλου μία τεράστια στήλη του έφτανε μέχρι πάνω , στα μεσούρανα.

    -Ποιος ξέρει τι κούτσουρα θα καίει ο νοικοκύρης πρωί-πρωί, ξαναμονολόγησε η θειά Λενίτσα και επέστρεψε στην παρουστιά του τζακιού τρίβοντας και απλώνοντας τα χέρια της μπροστά από τη λαμπή των ξύλων που καιγόντουσαν τριζοβολώντας.  

     Όλα αυτά τα σούρτα φέρτα και τα μονολογήματα της γιαγιάς ξύπνησαν τν εγγονό της το Δημητράκη, που τέντωσε τα αυτιά του για να ακούσει καλύτερα.

   -Τι να κάνουμε συνέχισε η γιαγιά, χειμώνας είναι ας χιονίσει λιγάκι, ψοφάνε και τα μικρόβια, ρουφάει η γης νεράκι, να γεμίσουνε οι πηγές να τρέξουν τα ρέματα και τα ποτάμια. Πρέπει να βγω στον κήπο να τινάξω τα ξυνά, να μην τα κάψει το χιόνι, σιγομουρμούριζε.

     Ο Δημητράκης που ήταν κουκουλωμένος με τις κουβέρτες, κατάλαβε ότι κάτι γινόταν έξω από το σπίτι, θυμήθηκε και τη βραδινή κουβέντα με τη γιαγιά ότι ο καιρός το πάει προς το χιονιά και μονολόγησε με τη σειρά του.

    -Λες να χιόνισε τη νύχτα;

     Αμέσως αποφάσισε να αφήσει τη ζεστασιά του κρεβατιού και έτρεξε προς ρο παράθυρο. Ένα επιφώνημα χαράς βγήκε αυθόρμητα και η άχνα του, έτσι ζεστή , καθώς έβγαινε από τα σωθικά του, θάμπωσε το τζάμι. Το καθάρισε με την ανάστροφη του χεριού του και συνέχισε να παρακολουθεί τρίβοντας τα χέρια του. Ούτε σχολείο σήμερα, ούτε τίποτα είπε, είπε και ξανασκούπισε το τζάμι αυτή τη φορά με το μανίκι της πιζάμας του για να δει καλύτερα προς τον ουρανό.

     Τι τρελοχορός, θεέ μου δεκάδες, εκατοντάδες, χιλιάδες, εκατομμύρια  νιφάδες, περνούσαν μπροστά από το πρόσωπό του  και στοιβάζονταν, απαλά ανεβάζοντας συνεχώς το ύψος του χιονιού. Τώρα θυμήθηκε που του έλεγε η γιαγιά ότι τ’Αγιαντρέα στις 30 Νοεμβρίου, αντριεύει ο καιρός και να σήμερα παραμονές του Αγιονικόλα  τ’άσπρισε τα γένια του ο παππούλης. Αυθόρμητα έβγαλε τις πιζάμες του, φόρεσε βιαστικά τα ρούχα του και έσκυψε κάτω από το κρεβάτι να βρει τα παπούτσια του όταν τον αντιλήφθηκε  η γιαγιά.

    -Ε για πού τόβαλες, είναι πρωί ακόμη βάστα την καρδούλα σου.

     Δεν μπορούσε να κάνει και αλλιώς, άλλωστε η γιαγιά του το είπε με τόσο ωραίο τρόπο. Το μόνο που έκανε μέχρι που σηκώθηκε καλά  η μέρα ήταν να κάθεται στο παράθυρο και να παρακολουθεί τη χιονόπτωση που ακόμη συνεχιζόταν και τον κεντρικό δρόμο μπροστά από το σπίτι όταν φάνηκε ένας διαβάτης. Φορούσε μαύρο ναυτικό επενδύτη με σηκωμένους τους γιακάδες και μαύρο ναυτικό κασκέτο. Κράτς-κρούτς  Κράτς – κρούτς έκανε το χιόνι καθώς υποχωρούσε κάτω από τις μπότες του διαβάτη. Ήταν ο καπετάν Τάσος από την Κοκκινιά και κατευθυνόταν προς το αραξοβόλι.

    -Καλημέρα Λενίτσα  φώναξε στη γιαγιά που με ένα αρκετά μεγάλο καλάμι  ξεχιόνιζε στον κήπο τα λεμονόδενδρα.

    -Καλημέρα καπετάν Τάσο, όσο καλή μπορεί να είναι αυτή σήμερα, απάντησε η Λενίτσα.

   -Για πού το’βαλες;

    -Να πάω να ρίξω μια ματιά στη βάρκα στο αραξοβόλι. Την έχω τραβηγμένη από προχτές στην αραξιά, γιατί εκείνος ο κολλημένος ζουρνάς πάνω στο βράχο μου έβαλε έννοιες και να που βγαίνει σήμερα αληθινός είπε ο γεροκαπετάνιος και συνέχισε για την παραλία.

     -Φύλαγε τα ρούχα σου για να’χεις τα μισά, συμπλήρωσε η θειά Λενίτσα.

     -Τι είναι αυτός ο ζουρνάς γιαγιά που έλεγε ο καπετάνιος; Ρώτησε ο Δημητράκης όταν η γιαγιά μετά από κάμποση ώρα μπήκε στο σπίτι αφού τελείωσε με το ξεχιόνισμα των δέντρων.

       Εκείνα τα παλιά χρόνια απάντησε η γιαγιά οι ναυτικοί δεν είχαν όργανα, ταξίδευαν μα τα σημάδια, που δεν είναι τίποτα άλλο από παρατηρήσεις χρόνων και ερχόντουσαν από στόμα σε στόμα και από γενιά σε γενιά. Ζουρνά λένε το μεγάλο αρσενικό καλαμάρι που όταν διαισθάνεται βαρυχειμωνιά κολλάει κατακόρυφα πάνω στο βράχο και μένει ακίνητο. Καθώς φαίνεται ο καπετάνιος που είναι δεινός χταποδάς θα το είδε με το γυαλί της βάρκας και έλαβε τα μέτρα του.

    Όπως εξελίχθηκε η κακοκαιρία κατά τη διάρκεια της μέρας δεν άφησε καθόλου περιθώρια στο Δημητράκη να βγεί στο χιόνι έκανε μόνο μια μικρή βολτίτσα στην αυλή του έτσι για να ξεπιστέψει και μέχρι το σούρουπο την έβγαλε στο παράθυρο του σπιτιού. Το επόμενο πρωί δεν είχε αφήσει τίποτα ακάλυπτο, ακόμη και κάτω από τις πολύ πυκνές φυλλωσιές του σκίνου και του θήλυκα είχε περάσει κάνοντας τη ζωή των ζωντανών του βουνού και του λόγκου αφόρητη. Όλα  τα φτερωτά του ουρανού, όλα τα θεοπούλια, (τσίχλες, κοτσύφια, μπεκάτσες, ζουμπογιάννια κ.α) κόντευαν να ξεπαγιάσουν. Η μεγάλη ρεματιά στα Καναλάκια ήταν και αυτή κάτασπρη, από το μεγαλοπρεπή βράχο μέχρι απέναντι στο μονοπάτι που οδηγεί στον Αγιοθανάση το Βρωμοπόδι. Τα δέντρα , τα κλαδιά, έτσι όπως έγερναν από το βάρος του χιονιού, έμοιαζαν με τους πολυέλαιους της εκκλησίας.

    Κάπως έτσι την έβλεπε τη ρεματιά και ένας κηρομύτης κότσυφας που μόλις είχε βγει από τη φωλιά του και καθόταν μπουμπουνιασμένος σε ένα κλαδί μιας κουμαριάς.  Ένα σιγανό παγωμένο ρεύμα που ερχόταν από ψηλά, από τον Αγιογρηγόρη και τον διαπερνούσε μέχρι το κόκκαλο ταρακούνησε το κλαδί που καθόταν χειροτερεύοντας τη θέση του, οπότε αποφάσισε να πετάξει μέχρι κάτω στη ρεματιά μήπως βρει τίποτα φαγώσιμο.

   Άνοιξε με κόπο τα φτερά του ζυγιάζοντας τις δυνάμεις του, έσπρωξε το κλαδί που καθόταν, με τα πόδια του, πλανάρησε και σαν βολίδα χάθηκε στο βάθος της ρεματιάς. Η ανώμαλη προσγείωση πάνω στα κλαδιά μιας μυρτιάς και η αδυναμία των ποδιών του να σταθεί πάνω σ’ αυτά από την παγωνιά, τον έφεραν, κακήν , κακώς, στο έδαφος και όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια αυτή η αποκοτιά του να εγκαταλείψει τη φωλιά του με τέτοιο καιρό παραλίγο να του στοιχίση και τη ζωή.

      Θα κόντευε μεσημέρι όταν από το δρόμο ακούστηκαν καλέσματα.     

   -Δημητράκη, Δημητράκη, Δημητράκη.

     Σαν ελατήριο πετάχτηκε και έτρεξε στο παράθυρο. Αυτές οι πολύ γνώριμες φωνές ήταν των συμμαθητών του. Του Σπύρου και του Λυμπέριου, που ήρθαν να τον πάρουν να βγουν όλοι μαζί στο χιόνι. Τώρα πλέον δεν περίμενε να ακούσει τη συγκατάθεση της γιαγιάς, μόνο της έριξε μία λοξή ματιά, άρπαξε εκτός από τη σφεντόνα του και ένα μικρό αεροβόλο οπλάκι που του είχε φέρει ο πατέρας του από τα καράβια και βγήκε από το σπίτι. Το μόνο που πρόλαβε να του φωνάξει η γιαγιά καθώς κατέβαινε σχεδόν τρέχοντας την εξωτερική σκάλα ήταν να προσέχουν και να γυρίσουν γρήγορα.

     Δεν είχε προλάβει να τελειώσει τη φράση της η γιαγιά και οι τρείς φίλοι είχαν πάρει το μονοπάτι που οδηγεί στα Καναλάκια. Προχωρούσαν ο ένας πίσω από τον άλλο κρατώντας τις σφεντόνες τους και ο Δημητράκης όλο καμάρι το μικρό οπλάκι του. Το τοπίο ήταν ανεπανάληπτο. Ένας αόρατος γλύπτης είχα βάλει το χεράκι του με τόση μαεστρία με αποτέλεσμα το ξημέρωμα να βρει τη φύση ντυμένη στα καλά της. Όλα τα δένδρα και τα κλαριά έμοιαζαν με νυφούλες.

    Θα είχε περάσει πάνω από μια ώρα όταν κάπου εκεί στην Κρέμαση όπως τη λένε οι Λιμνιώτες, εκεί δηλαδή που πέφτουν τα νερά της παρακείμενης ρεματιάς  και γίνεται καταρράκτης, δίπλα στα απομεινάρια ενός παλιού νερόμυλου ακούστηκαν οι δυνατές συνομιλίες των τριών φίλων που επέστρεφαν στα σπίτια τους άπρακτοι,. Όση ώρα βολόδερναν στην καταχιονισμένη ρεματιά, ούτε πουλί πετούμενο δεν βρέθηκε μπροστά τους. Προσπάθησαν να ανέβουν μέχρι πάνω στον αγιοθανάση το Βρωμοπόδι μα στάθηκε αδύνατο το χιόνι σε εκείνο το σημείο είχε ξεπεράσει το ένα μέτρο και γύριζαν τώρα κατάκοποι και μουσκεμένοι.

      Ο Δημητράκης που πήγαινε τελευταίος κρατώντας το οπλάκι του καθώς περνούσε δίπλα από ένα καταχιονισμένο σκίνο του φάνηκε ότι κάτι φτερούγησε μέσα στα κλαδιά.  Έσκυψε και τι να δει. ΄Ενας κηρομύτης κότσυφας στεκόταν ακίνητος και τον κοιτούσε κατάματα. Τσάκισε αμέσως την κάνη από το οπλάκι του και έβαλε βιαστικά ένα μολύβι την έκλεισε σημάδεψε το πουλί και πάτησε την σκανδάλη. Ένας υπόκωφος θόρυβος ακούστηκε από τη συμπίεση του αέρα μέσα στην κάνη και κατέβασε το όπλο. Περίμενε να δει το πουλί να έχει πέσει από το κλαδί σκοτωμένο, όμως αυτό στεκόταν στην ίδια θέση ακίνητο και κοιτούσε με τα ολοστρόγγυλα μάτια του το Δημητράκη.

    -Τι είναι ρε Δημητράκη;  Φώναξαν οι άλλοι δύο και πήγαν τρέχοντας κοντά του.

    -Να έριξα σ΄ αυτό το πουλί και όχι μόνο δεν σκοτώθηκε αλλά παραμένει στην ίδια θέση και με παρατηρεί.

    -Που είναι; Που είναι; Για να δούμε και εμείς και έσκυψαν προς το σκίνο. Πράγματι ο κότσυφας παρέμεινε εκεί ξεπαγιασμένος αδύναμος να κουνήσει και το τελευταίο φτερό από την ουρά του. Τα στρογγυλά μάτια του πότε κοίταζαν τα παιδιά σαν τα παρακαλούσε να αναβάλουν την εκτέλεσή του και πότε την μαύρη τρύπα της κάνης του όπλου που πλησίαζε, κι αυτός αδύναμος δεν μπορούσε κάνει τίποτα για να σωθεί.

     -Δώσε μου ρε Δημητράκη να του ρίξω και εγώ μία, είπε ο Σπύρος και πήρε το όπλο από ατ χέρια του, το τσάκισε έβαλε ένα μολύβι μέσα στην κάνη, σημάδεψε και πάτησε την σκανδάλη. Ακούστηκε πάλι ο ίδιος θόρυβος από το όπλο, αλλά το πουλί παρέμενε στην ίδια θέση.

    -Δώσε μου να δοκιμάσω και εγώ ρε Σπύρο είπε ο Λυμπέριος δεν ξέρω και πολλά πράγματα από όπλα αλλά θα δοκιμάσω. Η ίδια διαδικασία, ο ίδιος θόρυβος και το πουλί παρέμενε ακίνητο στη θέση του. Τα παιδιά δεν πίστευαν στα μάτια τους μ΄αυτό που συνέβαινε. Μία αόρατη δύναμη προστάτευε το πουλί και το βλήμα δεν έβρισκε το στόχο του, οπότε αποφάσισαν να ξαναδοκιμάσουν, όταν συνέβη το απροσδόκητο. Μία μεγάλη μπάλα χιονιού ξεκόλλησε από τα πάνω κλαδιά του σκίνου και καθώς κύλησε στο εσωτερικό του παρέσυρε μαζί της και τον κότσυφα που βάζοντας όλες τις δυνάμεις του τρύπωσε και χάθηκε στα πυκνά κλαδιά του θάμνου.

    Ύστερα από αυτό τα παιδιά ξαναπήραν το δρόμο της επιστροφής χειρονομώντας για το ανεξήγητο, που έμελλε να λυθεί φτάνοντας στην εξώπορτα του σπιτιού του Δημητράκη.

   Τι είχε συμβεί;

   Για να επιβεβαιώσουν αν το οπλάκι ήταν καλό άρχισαν να ρίχνουν πάνω σε μία όρθια σωλήνα ενός φράχτη που εξείχε από το χιόνι και διαπίστωσαν ότι το μολύβι έφευγε, δεν εύρισκε όμως το στόχο του γιατί η κάνη του ήταν ελαφρώς στραβή με αποτέλεσμα να αποκλίνει  από το στόχο. Έτσι και ο φουκαριάρης ο κότσυφας τη γλίτωσε αλλά και τα παιδιά πήραν το  μάθημά τους. Πάντα θυμούνται εκείνο το παρακλητικό βλέμμα του ξεπαγιασμένου κότσυφα. Εκείνα τα μαύρα μάτια που τους κοιτούσε με  απορία και την κεχριμπαρένια κίτρινη μύτη του που ξεχώριζε σε αντίθεση με το κάτασπρο χιόνι.

    Από τότε όποτε περνάνε εκείνη τη ρεματιά και λαλούν τα κοτσύφια νομίζουν ότι ανάμεσα σ’ αυτά είναι και ο δικός τους κότσυφας που τους χαιρετά και τους ευχαριστεί που δεν τον σκότωσαν αλλά και γιατί από τότε κανείς από τους τρις φίλους δεν ξανάπιασε όπλο στα χέρια του.



                                                                             Γιάννης  Φαφούτης