Παρασκευή, 14 Μαρτίου 2014

ΛΙΜΝΙΩΤΙΚΕΣ ΝΑΥΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ



ΛΙΜΝΙΩΤΙΚΕΣ   ΝΑΥΤΙΚΕΣ   ΙΣΤΟΡΙΕΣ
(Προδημοσίευση από το υπό έκδοση βιβλίο του Γιάννη Φαφούτη)

Ο αείμνηστος Κώστας Χρυσόπαιδος ή ΚΩΣΤΑΜΠΛΕΣ με το μαντήλι της φωτιάς στο λαιμό και το χαρακτηριστικό μπερεδάκι.
Βετεράνος Λιμνιώτης Ναυτικός.
(Φωτογραφία από το αρχείο του καπετάν Θοδωρή Ξυράφη που είναι ανιψιός του)

    ΕΙΣΑΓΩΓΗ

    Δεν ήταν δυνατόν ένας ναυτότοπος σαν τη Λίμνη να μην έχει τις δικές του ναυτικές ιστορίες. Να μην έχει τους δικούς του παραμυθάδες, ναυτικούς, που ο κάθε ένας έβαζε το αλάτι και το πιπέρι του.
     Ήταν οι εποχές που όλοι διψούσαν να μάθουν κάτι καινούργιο, το άγνωστο, που σε γοητεύει και όταν είσαι προικισμένος από τη φύση να ξέρεις να το λες, να το διηγείσαι, ακόμη καλύτερα.  Και οι ναυτικοί μας ανταποκρίθηκαν απλόχερα ο κάθε ένας με το δικό του ξεχωριστό τρόπο κάνοντας την πληροφορία μύθο – θρύλο – παραμύθι, όπως γινόταν άλλωστε σε όλα τα λιμάνια του κόσμου και σε όλους τους πολιτισμούς. Έτσι η  προσωπική μυθοπλασία δοσμένη με μπόλικη φαντασία κάνει την ιστορία να φτάνει καμιά φορά και στην υπερβολή.   
    Οι περισσότερες ιστορίες έχουν λεχθεί από τον Κωνσταντίνο Ν. Χρυσόπαιδο τον θρυλικό «ΚΩΣΤΑΜΠΛΕ» που είχε μία ιδιαίτερη έφεση στο σκάρωμα και την αφήγηση της ιστορίας. 
   Τις υπόλοιπες ιστορίες μου τις διηγήθηκαν οι: Νίκος Φλώκος, Χρήστος  Παπαλιόλιος, Θόδωρος Ξυράφης, Γιάννης Τσιφόρος, Παναγιώτης Καπετανάκης. Όλοι τους βετεράνοι Λιμνιώτες ναυτικοί.
    Πήρα και εγώ μολύβι και χαρτί και καταπιάστηκα να τις γράψω. Από αυτές σας παρουσιάζω την πρώτη ειπωμένη από τον ΚΩΣΤΑΜΠΛΕ , με τίτλο "ΤΟ ΓΑΛΑ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΓΙΑΟΥΡΤΙ"

 Γιάννης  Φαφούτης.

 ΤΟ   ΓΑΛΑ  ΠΟΥ  ΕΓΙΝΕ  ΓΙΑΟΥΡΤΙ

    Κι΄απ’  λέτε παιδιά μια φορά γύρω στα 1950 πήραμε μαζί με άλλους συναδέλφους ναυτικούς το τραίνο για το Ρότερνταμ της Ολλανδίας. Από εκεί θα παίρναμε το βαπόρι. Προπολεμικά και στα πρώτα χρόνια μετά από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο οι εταιρείες έστελναν τους ναυτεργάτες για να παραλάβουν τα βαπόρια στα ευρωπαϊκά λιμάνια με το τραίνο.
    Άντε αυτό το τραίνο μέχρι να φτάσει τσούκου – τσούκου μας πλάνταξε, τρεις μέρες και τρεις νύχτες ταξιδεύαμε. Πολύς δρόμος βρε παιδιά άσε που σταμάταγε σε κάθε πόλη που πέρναγε.
     Άμα με το καλό φτάσαμε στο σταθμό πας περίμενε ο πράκτορας γιατί αλλιώς πως να συνεννοηθείς. Αγγλικά τσάτλα – πάτλα ήξερε ο κάθε ένας μας. Τέλος πάντων μας έβαλε σε δύο ταξί μπροστά αυτός με το δικό του και πίσω εμείς γραμμή για το ντόκο του λιμανιού που ήτανε δεμένο το καράβι.
     Μόλις κατεβήκαμε το φάγαμε με τα μάτια μας. Μορφοβάπορο. Θάτανε δε θάτανε δυό χρονόνε. Απ’ έξω καλό είπαμε για να δούμε και μέσα και ανεβήκαμε τη σκάλα. Τι να πεις καινούργιο πράγμα ήτανε. Να και κουκέτες ωραίες, τουαλέτα  και μικρό γραφείο ακόμα.  Τι να γράψουμε σαματ’ ξέραμε και γράμματα. Καλοί ναυτικοί είμαστε μεγαλωμένοι απ’ τα γεννοφάσκια μας μέσα σ’ θάλασσα αυτό ξέραμε να κάνουμε καλά.
      Αφού τακτοποιήσαμε τα πράγματά μας κανένας δεν κρατιότανε μέσα στο βαπόρι. Οπότε αποφασίσαμε να βγούμε ομαδικά στα μπάρ του λιμανιού να πιούμε καμιά μπύρα αλλά και για καμιά μισότριβη. Το τι έγινε δεν περιγράφεται. Πάντως περάσαμε καλά. Τώρα έπρεπε να γυρίσουμε πίσω γιατί την άλλη μέρα το πρωί άρχιζε δουλειά. Το βαπόρι θα φόρτωνε γάλα με προορισμό ένα μικρό λιμάνι κοντά στη Νέα Υόρκη.
      Έτσι και έγινε πρωί – πρωί ήρθανε κάτι μεγάλα φορτηγά βυτία και άρχισε η άντληση, δουλειά που κράτησε μέχρι αργά το απόγευμα, οπότε και σαλπάραμε. Ο καιρός τις πρώτες μέρες που ανοιχτήκαμε στον Ατλαντικό ήταν καλός και ευχάριστος, λες και ταξίδευες σε λίμνη και όχι σε θάλασσα.   Τα απογευματάκια όταν τέλειωνα την βάρδια μου ανέβαινα στο κατάστρωμα για κανένα τσιγαράκι, να περάσει η ώρα βρε αδερφέ.
     Ένα από αυτά τα απογευματάκια λοιπόν πήρα και το μοναδικό γιαούρτι που είχε στο ψυγείο ο μάγειρας. Καθώς το έτρωγα ακουμπισμένος στα σπιράγια (αεραγωγοί) νάσου και ο λοστρόμος με ένα ναύτη που επιθεωρούσανε τα αμπάρια.
-Τι συμβαίνει ρε παιδιά γιατί τέτοια ώρα έλεγχο;
- Ακου Κωσταμπλέ ο  μαρκόνης είπε στον καπετάνιο ότι το δελτίο καιρού δεν καλό θα έχουμε πολύ θάλασσα από αύριο και κοιτάμε αν το φορτίο είναι εντάξει και αν είναι καλά κλεισμένα τα αμπάρια.
- Α καλά κάνετε είπε ο Κωσταμπλές και έσκυψε να δει που είχαν ανοίξει ένα αμπάρι γιατί τους φάνηκε πως το καπάκι δεν είχε καθίσει καλά.
- Ο διάολος μ΄έβαλε βρε παιδάκ’ μ’. Εκεί που έσκυψα μούφυγε το γιαούρτι από τα χέρια και πλάτς μέσα στο αμπάρι με το γάλα., Ευτυχώς οι άλλοι δεν πήρανε χαμπάρι.
     -Τις επόμενες μέρες νάσου και φάνηκε η φουρτούνα. Βουνά τα κύματα. Τέσσερις μέρες κράτησε. Το καράβι βασανίστηκε πολύ μέχρι να φτάσουμε στο λιμάνι. Τέλος πάντων αφού φτάσαμε πρώτα ο θεός και δέσαμε στον ντόκο  φέρανε τις αντλίες να τραβήξουνε το γάλα. Τις κονεξάρανε οι ναύτες και άρχισαν την άντληση αλλά γάλα δεν έβγαινε.
   - Τι γίνεται ρε παιδιά φώναξε άγρια ο λοστρόμος.
Ξαναπροσπαθήσανε δύο τρεις φορές μα πάλι τα ίδια γάλα δεν έβγαινε. Υποθέσανε τότε ότι κάπου το σύστημα των αντλιών θα έπαιρνε αέρα και αφού ελέγξανε  πάλι τις συνδέσεις είδανε ότι όλα ήταν εντάξει αλλά γάλα δεν έβγαινε και τότε αποφάσισαν να ανοίξουν τα αμπάρια να δουν τι συμβαίνει. 
     Πέφτουνε οι ναύτες μετα μούτρα στη δουλειά ανοίγουνε το πρώτο αμπάρι και τι λέτε ότι βλέπουν ρε παιδιά.
      Όχι πέστε μ΄ τι βλέπανε.
       Τι βλέπανε;  Θα σα το πω εγώ.
      Όλο το φορτίο με το γάλα είχε πήξει και είχε γίνει γιαούρτι. Καθώς φαίνεται το γιαουρτάκ’ που μούχε πέσει μέσα πριν από κάμποσες μέρες δούλεψε σαν μαγιά και μαζί με το ταρακούνημα από τη φουρτούνα τόσες μέρες  το γάλα έπηξε και έγινε γιαούρτι.
      Τότε λοιπόν παιδιά ήρθανε μεγάλα φορτηγά και οι γερανοί με τις κουτάλες φορτώσανε το γιαούρτι και το πήγανε στο κοντινό εργοστάσιο και τα βάλανε κατευθείαν στα κεσεδάκια.
      Κι' απ' λέτε παιδιά αυτά πάθαμε και μην  το πείτε πουθενά γιατί δεν μας πιστεύει και κανένας.