Τρίτη, 9 Ιανουαρίου 2018

ΚΥΚΝΟΣ (Το Μορφοβάπορο)




    Τον περσινό  Μάρτη  συμπληρώθηκαν ακριβώς σαράντα (40) χρόνια  (1977-2017) από τότε που εντάχθηκα στο έμψυχο δυναμικό της αρχαιότερης εφημερίδας του νησιού μας ( 1932) του «Πανεβοϊκού Βήματος».
     Όλα αυτά τα χρόνια έγραψα εκατοντάδες ρεπορτάζ που αφορούσαν τα προβλήματα και κυρίως την Πολιτιστική Κληρονομιά όχι μόνο της Λίμνης αλλά ολόκληρου του νησιού. Από εκείνα λοιπόν τα ρεπορτάζ έτσι για την ιστορία θα αρχίζω σιγά – σιγά να τα ξαναδημοσιεύω μέσα από το Blog, ξεκινώντας με το θρυλικό ποστάλι τον «Κύκνο» που δημοσιεύτηκε στις 30/6/2005.
  

 Κ Υ Κ Ν Ο Σ
«Το Μορφοβάπορο»
                       
      Ήταν η ώρα του να φανεί… Καμιά εικοσαριά αγόρια βρισκόντουσαν στη σειρά, το ένα δίπλα στο άλλο, μέχρι το γόνατο μέσα στη θάλασσα, στις «Κουκουναριές», στην ανατολική μεριά της Λιμνιώτικης παραλίας και κοιτούσαν όλα προς τα ανατολικά.
      «Νάτο- νάτο – νάτο, έρχεται!, ακούστηκε μία φωνή απ’ όλα τα στόματα των παιδιών.
      Ο ΚΥΚΝΟΣ ΤΟ ΜΟΡΦΟΒΑΠΟΡΟ! Μόλις είχε φανεί η περήφανη πλώρη του (πάνω στην οποία ήταν ζωγραφισμένο σε μπλε φόντο και από τις δύο μεριές το πανέμορφο πτηνό), πνιγμένη μέσα στους αφρούς και στα κύματα, πέρα στην απότομη στροφή, που οι Λιμνιώτες το τοπωνύμιο αυτό το λένε «Πούντα».
      Τούτο το καράβι ήταν πάντα στην ώρα του σε όλα τα λιμάνια που προσέγγιζε! Ήταν τόσο ακριβής η ώρα της άφιξης και της αναχώρησής του, ώστε πολλοί από τους κατοίκους ρύθμιζαν μ’ αυτό τα ρολόγια τους.
     Κάθε μέρα το περίμεναν τα παιδιά στην πάντα θέση για να παραβγούν μόλις περάσει ποιος θα φτάσει κολυμπώντας στο πρώτο μεγάλο κύμα, που άφηναν πίσω του τα απόνερα του βαποριού. Μερικοί, πάλι οι πιο θαρραλέοι πήγαιναν κολυμπώντας μέχρι τη μεγάλη σημαδούρα του λιμανιού, καθόντουσαν επάνω σ’ αυτήν και όταν το πλοίο έκανε κράτει (έβαζε τις μηχανές στο νεκρό σημείο) για να αποβιβάσει στις βάρκες τους επιβάτες που είχαν προορισμό τη Λίμνη, πήγαιναν κολυμπώντας κοντά σ’ αυτό και συνομιλούσαν με τους υπόλοιπους επιβάτες που ήταν ακουμπισμένοι στα ρέλια του βαποριού και είχαν προορισμό βορειότερα.

                                                       Οι Βαρκάρηδες

    Το ίδιο ακριβώς σημείο που παρατηρούσαν τα παιδιά παρατηρούσαν και κάποιοι άλλοι ενδιαφερόμενοι από άλλη όμως μεριά. Ήταν οι βαρκάρηδες από τη μεγάλη κεντρική προβλήτα της Λίμνης, που είχαν τις βάρκες τους αρόδο, απίκο, έτοιμες μόλις φανεί η μπούκα του βαποριού να μεταφέρουν τους επιβάτες στο καράβι.
     Πρώτη έφευγε η «Χρυσαλίς» του Ευαγγελινού και την ακολουθούσε η «Ακτή» του Κώστα Γεωργίου μετά ερχόταν η σειρά του Αγιονικόλα του «Μπλέτσου», η «Σοφία» του Ατωνίου, από κοντά η «Παναγιά» του Γιάννη Χρυσάνθη, ο «Ευαγγελισμός» του Λυσαίου και τελευταίος ο «Αντρέας» του Παπανικολάου.
      Σαν τις χήνες που ακολουθούν την ακροποταμία η μία πίσω από την άλλη, πλεύριζαν οι βάρκες το βαπόρι και άρχιζαν την αποβίβαση των επιβατών από μία μικρή σκάλα. Κατά τον ίδιο τρόπο γινόταν και η επιβίβαση των επιβατών που είχαν προορισμό τη Λίμνη.

                                             Το χειμώνα υπήρχαν προβλήματα

    Αυτή τη φορά, τώρα που είναι καλοκαίρι ήταν εύκολο. Το χειμώνα, όμως, με τις νοτιές, τις κακοκαιρίες και τα ραγάνια του βόρειου Ευβοϊκού τα πράγματα δυσκόλευαν πάρα πολύ για τους βαρκάρηδες και τους επιβάτες, κυρίως όταν το Κύκνος περνούσε τις πρώτες μετά τα μεσάνυχτα ώρες προς τη Χαλκίδα (πέρναγε αυτή την ώρα ώστε όταν έφτανε στη Χαλκίδα να προλάβαιναν οι επιβάτες το πρώτο πρωινό τραίνο προς την Αθήνα), ενώ για την εξυπηρέτηση των επιβατών ένα από τα παραλιακά καφενεία της Λίμνης παρέμενε εκ περιτροπής ανοιχτό.
     Με πόση μαεστρία κουνούσε τα κουπιά ο βαρκάρης, πότε μπρος και τα δύο, πότε σία το ένα και μπρος το άλλο και πλεύριζε την σκαλίτσα του πλοίου στην κατάλληλη στιγμή που το κύμα ήταν στο ανώτερο σημείο του, ώστε να πιαστεί ο επιβάτης με κάποια ευκολία. Από όσο δε θυμάμαι και όποιους από τους παλιότερους ρώτησα δεν συνέβη ποτέ ατύχημα, ούτε έπεσε κανένας άνθρωπος στη θάλασσα. Οι πιο πολλοί από αυτούς τους βαρκάρηδες ήταν απόμαχοι, οι ξέμπαρκοι ναυτικοί, που και σ΄ αυτόν τον τομέα έδειχναν την ναυτική τους ικανότητα και προέλευση.
    Στη συνέχεια γέμιζε η προβλήτα της Λίμνης με μπαγάζια, μικρά και μεγάλα και βαλίτσες. Ήταν εκεί ο μπάρμπα Βαγγέλης ο Μπέτσος, με το καροτσάκι του, που το ονόμαζε το «Αϊδονάκι», ο Γιάγκος ο  Μουλιάρης, που ήταν και άριστος τελάλης, κι αυτός με το δικό του μεταφορικό μέσον, αλλά και άλλοι μεταφορείς, που προωθούσαν τους τα πράγματα των ντόπιων επιβατών, αλλά και των τουριστών στα σπίτια που είχαν νοικιάσει.

                                                    Πρωτοπόρα η Λίμνη
    Η Λίμνη εκείνη την εποχή πρωτοπορούσε, αφού διέθετε οργανωμένο επίσημο τουριστικό γραφείο του ΕΟΤ, το οποίο βρισκόταν στο μέσον της παραλίας, κοντά στο ειρηνοδικείο. Ελάχιστοι  ήσαν εκείνη την εποχή στη Λίμνη που δεν νοίκιαζαν τα σπίτια τους.
     Και οι υπόλοιπες «ναυτικάτζες», θαλασσοδαρμένες μορφές από τον ήλιο, την αρμύρα και τα τερτίπια της θάλασσας, καθόντουσαν στα παραλιακά μαγαζιά και στο μεγάλο καφενείο του Ρούσσου, πού ήταν δίπλα στο κεφαλόσκαλο (κεφαλόσκαλο λένε οι Λιμνιώτες το μεγάλο πλάτωμα του μουράγιου, μπροστά από την μεγάλη ξύλινη προβλήτα) και αναπολούσαν βλέποντας το βαπόρι να πλησιάζει, τα δικά τους αρμενίσματα, άλλοι στα ποντοπόρα πλοία και οι πιο ηλικιωμένοι στα ιστιοφόρα.
    Τούτο το καράβι ο «Κύκνος» έδινε αφενός ζωή στον τόπο, αφετέρου δε σε έκανε να νοιώθεις ότι βρίσκεσαι σε νησί, σε πόλη και κατοίκους που αγαπούν και έχουν ζυμωθεί με την αρμύρα της θάλασσας.
    Μέχρι που αναπτύχθηκαν οι χερσαίες επικοινωνίες. Άνοιξαν οι δρόμοι και γέμισε ο τόπος αυτοκίνητα και ο «Κύκνος» πηγαινοερχόταν όλο και με λιγότερους επιβάτες, ώσπου κρίθηκε το δρομολόγιο του ασύμφορο και σταμάτησε οριστικά το 1974.
                                               
Ο Αποχαιρετισμός

     Ποιος άραγε, από τους παλιότερους δε θυμάται το παρατεταμένο, του «Οριστικού Αποχαιρετισμού»  σφύριγμα του «Κύκνου» , που άρχισε μόλις φάνηκε στην «Πούντα» και λιγόστευε όταν το πλοίο πέρασε στη δυτική μεριά της Λιμνιώτικης παραλίας, πέρα από τη σκήτη του Οσίου Χριστοδούλου και το Προσκοπείο, μέχρι που χάθηκε οριστικά….       
     Χαιρέταγαν δακρυσμένοι οι «ναυτικάτζες» της παραλίας, χαιρέταγαν οι γλάροι και τα άλλα πλεούμενα του λιμανιού, χαιρέταγαν οι Λιμνιώτισσες από τα παράθυρα με σηκωμένα τα μαντήλια, χαιρέτισε και η γριά Μπενετίνα που το σπίτι της ήταν δίπλα στη θάλασσα , που με το λιβανιστερό στο χέρι κατέβαινε κάθε πρωί και λιβάνιζε σταυρωτά το πέλαγος «για νάχουνε οι ναυτικοί μας καλά ταξίδια…»
   Χαιρέτησε και το ναυτικό καμπανάκι του Άι Μελέτη, ΝΤΑΝ_ΝΤΑΝ, όταν ένα φευγαλέο θρόισμα του αγέρα κούνησε το γλωσσίδι του…

Στο Βόλο
    
     Είδα για τελευταία φορά τον «Κύκνο» παροπλισμένο στην προβλήτα του λιμανιού του Βόλου, το καλοκαίρι του 1977, όταν πήγαμε με τους αθλητές του Ναυτικού Ομίλου Λίμνης  για κάποιο διασυλλογικό πρωτάθλημα και ρίγησα.  Ο νους μου γύρισε αμέσως σαν κινηματογραφική ταινία προς τα παλιά, στα παιδικά μου χρόνια, τότε που το περιμέναμε καθημερινά τους καλοκαιρινούς μήνες όλα τα παιδιά με αγωνία, στις «Κουκουναριές».
     Θυμάμαι ότι είχα μείνει για πολύ ώρα εκεί αποσβολωμένος, παρατηρώντας και αναπολώντας το θρυλικό καράβι, όταν το δυνατό σφύριγμα ενός άλλου πλοίου που απέπλεε από το Βόλο για το λιμάνι της Σκιάθου με προσγείωσε στη σύγχρονη πραγματικότητα…
     Ευχής έργο θα ήταν αν μετά τη δημοσίευση του άρθρου του Νίκου Γριπονησιώτη με τις αναμνήσεις του «Κύκνου» από το λιμάνι της Χαλκίδας στο περιοδικό «Νεφούρια» που εκδίδει το βιβλιοπωλείο «Διάμετρος», αλλά και του παρόντος σημειώματος για το λιμάνι της Λίμνης, μαζευτούν και άλλα στοιχεία μαζί με φωτογραφικό υλικό από τα υπόλοιπα λιμάνια που προσέγγιζε το «Κύκνος» , ώστε να αποτελέσουν ένα αυτοτελές βιβλίο που θα αφορά στην ιστορία και στις θαλασσινές περιπέτειες του αξέχαστου αυτού βαποριού.
    
Λίγα ιστορικά του πλοίου

       Ο «Κύκνος» ήταν το ποστάλι που διαδέχθηκε τη θρυλική προπολεμική «Βασιλική» των Ριτσωναίων, εκτελώντας για μεγάλο χρονικό διάστημα την ακτοπλοϊκή γραμμή του Βόρειου Ευβοϊκού Κόλπου. Ναυπηγήθηκε σαν θαλαμηγός (τα λεγόμενα εκείνη την εποχή  Λόρδικα), την περίοδο του μεσοπολέμου στα ναυπηγεία της Φιλαδέλφειας των ΗΠΑ, για λογαριασμό του τότε δημάρχου της Νέας Υόρκης Λαγκουάρδια.
       Ήταν 995 κόρων και διέθετε δύο μηχανές ΜΠΕΣΕΜΕΡ. Κατά τη διάρκεια του Β παγκόσμιου πολέμου το μεταφέρουν στην ανατολική Ασία, σαν βοηθητικό πλοίο στις επιχειρήσεις του Ειρηνικού. Μετά τον πόλεμο επιστρέφει στην  Αμερική απ΄ όπου το 1947 έρχεται στην Ελλάδα φορτωμένο με  «αγαθά» της λεγόμενης Αμερικάνικης βοήθειας. Στη συνέχεια το βγάζουν σε πλειστηριασμό στον Πειραιά και το αγοράζει ο εφοπλιστής Κολοκοτρώνης ο οποίος αφού το επισκευάζει του βάζει και δύο νέες μηχανές τύπου ΜΑΝ που έδωσαν στο σκάφος ταχύτητα 16 μιλίων των ώρα και το δρομολόγησε στη γραμμή Χαλκίδα-Λίμνη- Λουτρά Αιδηψού, Άγιος Κων/νος Βόλος.
      Όταν όμως εγκαινιάζεται η καινούργια γραμμή των φέρυ μπώουτ Αρκίτσας – Αιδηψού και μειώνεται δραστικά η κίνηση με τον «Κύκνο», η εταιρεία αποφασίζει να επεκτείνει το δρομολόγιο του και στις Βόρειες Σκιάθο- Σκόπελο- Αλόννησο, ενώ κάποιες φορές έκανε και το δρομολόγιο Σκύρου- Παραλία Κύμης. Αποσύρθηκε το 1974….
       Το πλήρωμα του αποτελείτο από τους πλοίαρχο, υποπλοίαρχο, πρώτο μηχανικό, έναν ηλεκτρολόγο, άλλους πέντε βοηθούς μηχανής, τέσσερις ναύτες, ένα λοστρόμο, ένα λογιστή, τρεις καμαρότους, τροφοδότη, μάγειρο, παραμάγειρο και λαντζιέρη. Συνολικά 23 ναυτικοί.

     Ο πλοίαρχος της τελευταίας δεκαετίας ήταν ο Κυριάκος Μαστροκόλιας από το Πορτοχέλι της Ερμιόνης και πρώτος μηχανικός επί δεκαεπτά συνεχόμενα χρόνια ο Λιμνιώτης Νικόλαος  Ταγάρας (γόνος μεγάλης ναυτικής οικογένειας και αδελφός του άλλοτε δημάρχου Λίμνης Σωτήρη Ταγάρα) τον  οποίο ευχαριστούμε ιδιαιτέρως αφού μας έδωσε όλες τις παραπάνω πληροφορίες που αφορούν την ιστορία του σκάφους, αλλά και τη φωτογραφία του «Κύκνου» στο λιμάνι της Σκιάθου.

   Γιάννης  Φαφούτης


Γενική άποψη της Λίμνης από το βράχο. Διακρίνεται ο Κύκνος στη μέση του λιμανιού.

Ο Κύκνος μόλις αποβίβασε τους επιβάτες του στη Λίμνη. (φωτογραφία Γιάννης Μπλουκίδης)




Μπροστά στη μεγάλη προβλήτα.

Άλλη μία φωτογραφία από τη μεριά της θάλασσας. Φωτογραφία Γιάννης Μπλουκίδης.

Οι βάρκες γεμάτες με επιβάτες φεύγουν για τον Κύκνο.

Σεπτέμβριος 1957.

Ο Κύκνος στο λιμάνι της Σκιάθου. Πίσω διακρίνεται το Μπόυρτζι.